Πέμπτη 14 Μαΐου 2009
Φως στη Σκόνη
Αθόρυβα βήματα.
Αόρατα βλέμματα.
Ένιωθα πως περπατάς κοντά μου.
Πίστευα πως με βλέπεις.
Πως σε βλέπω.
Χόρευα αιώνες στη σκηνή με υγρά όνειρα.
Χαμογελούσα στις φιγούρες.
Πίστεψα πως συνοδεύεις.
Πως Υπάρχεις.
Ανέπνεες χαιδεύοντας τα μαλλιά μου.
Ψηλαφίζοντας το κορμί μου.
Μη ρωτάς για μένα.
Έδωσα πολύ περισσότερα.
Ήταν αργά.
Κάποιος άναψε τα φώτα.
Στη σκηνή εγώ και τα σανίδια.
Μόνη στη σκηνή.
Εσύ στους θεατές.
Είχες συντροφιά.
Εγώ Μόνη.
Γυμνή σαν Την Αλήθεια.
Σιωπή.
Μόνο αυτή αρμόζει και ας μοιάζει ξένη.
Χειροκρότησες.
Υποκλίνομαι.
Στο φεγγάρι που έγινε μαγικό μονάχα για μια βραδυά.
Για ένα ταξίδι...
Όσο κρατάει ένα φιλί, που θέλει μόνο ο ένας.
Σκόνη.
Η αυλαία κλείνει.
Αχ η αγάπη που χάθηκε στη σκόνη
αχ η ζωή που χάθηκε στη σκόνη
Αχ το φεγγάρι που έσβησε
τ' ασημένιο φεγγάρι
η αγάπη που χάθηκε στη σκόνη
Η μέρα μου έρημη κίτρινη μέρα
χαρές που βουλιάξατε
πνιγμένες χαρές μου
Ζωή μου που καίγεσαι
στον κίτρινο αέρα
η αγάπη που χάθηκε στη σκόνη
η ζωή που χάθηκε στη σκόνη
Δευτέρα 20 Απριλίου 2009
Βαθιά Εκπνοή...
Για να γράψω θέλω τα φώτα σβηστά και τα παντζούρια κλειστά.
Σήμερα μπαίνει φως από παντού. Είναι γιορτινό απόγευμα και οι κουρτίνες ανεμίζουν σε ένα τυφλό βαλς με ένα απαλό αεράκι.
Για να γράψω, θέλω την καρδιά μου κομμάτια και την ματιά μου θολή, σχεδόν μεθυσμένη.
Σήμερα έχω ένα πόνο απαλό, ανεπαίσθητο, θα έλεγα γλυκό χωρίς ουσία και χωρίς λόγο.
Η ματιά μου είναι καθαρή, ανέκφραστη χωρίς ίχνος ντροπής ή πληγωμένης οργής.
Ανάμεσα στις τόσες εκπτώσεις είπα να κάνω μια εξαίρεση.
Ψάχνω την μελωδία της ψυχής μου για να πατήσω πάνω της, να κεντήσω λουλούδια, να χορέψω ξυπόλυτη πατώντας στις μύτες.
Σε ένα χορό σιωπηλό, να με ακολουθήσει αυτός που θα ακούσει τα βήματα μου και όχι αυτός που θα προσκαλέσω. Άλλωστε, "Όποιος θέλει, έρχεται"... Απρόσκλητος, απο τις χαραμάδες, από τις κλειδωμένες πόρτες.
Πρώτη μέρα μετά από καιρό που δεν περιμένω. Δεν καρτερώ. Είπα να το γιορτάσω. Το κρασί δεν είναι απαραίτητο. Οι στιγμές με έμαθαν πως μεθάς και χωρίς κρασί. Αγαπάς και χωρίς αφορμή. Γιορτάζεις και χωρίς ημερολόγια.
Γράφω και κουνάω το κεφάλι λες και μιλάει καμιά γριά σοφή και με μαθαίνει.
Ανοιχτός διάλογος το κείμενο μου πάλι. Με το εγώ, με το κενό, με το εσύ.
Θέλω...
Ψάχνω λέξη για μετά το "θέλω"... ουσιαστικά και απαρέμφατα...
Ψάχνω αντωνυμία να προηγηθεί του θέλω μου... "σε"..."τον"...
Δεν κολλάει. Δεν με εκφράζει.
Σήμερα μου αρκεί που υπάρχει ένα θέλω μόνο του.
Μου αρκεί που δεν ξέχασα να το λέω, που δεν ντράπηκα ποτέ για αυτό. Για ένα θέλω, που το θεωρείς τόσο κενό, τόσο άδειο, τόσο άστοχο.
Ένα θέλω να σπάει τη σιωπή, με καλύπτει. Ήδη με γέμισε.
Αγάπη μέσα μου... αέρας κοπανιστός.
Τη στείρα αγάπη τι να την κάνω;
Η αγάπη είναι έκφραση, λέξεις, τρόπος ζωής.
Η αγάπη είναι μια βόλτα, μια ματιά, ένα λουλούδι φρεσκοκομμένο, ένα βιβλίο παλιό, ένα όνειρο αγουροξυπνημένο.
Αγάπη είναι να τρέχω να σε βρω Να σου πω για τη διαδρομή με το τρένο, για το χρώμα του ουρανού, για τη βροχή που κύλησε χθες πάνω μου, που μου έβρεξε τα μαλλιά, μου μούσκεψε τα ρούχα. Να στέκομαι γυμνή μπροστά σου, με καμάρι και να σου λέω "Να μαι!Αυτή εδώ..."
Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο και πιο πολλά δεν έχω, ούτε πιο λίγα σου δίνω. Όλα για όλα... Δίκαιη μοιρασιά. Υπεύθυνη των πράξεων μου και η αλήθεια μου δική σου, να την χαρείς, να την απολαύσεις χωρίς δισταγμούς και ερωτήσεις.
Αν λείπεις. Αν δεν μπορώ να μοιραστώ, να δώσω, να εκφραστώ, γίνεται θηλιά και με πνίγει.
Μένει ανάπηρο συναίσθημα στο βάθος της καρδιάς μου. Μαραίνεται και λιώνει.
Τι νόημα έχει τότε το κορμί, η φωνή και οι αισθήσεις;
Αν δεν πάρεις, αν δεν δώσεις, άχρηστα μοιάζουν.
Μένει μόνη βαθιά μου και γίνεται Αέρας και Ατμός. Μια εκπνοή γίνεται η Αγάπη μου μέρα με τη μέρα και βγαίνει από μέσα μου λίγο λίγο.
Ζωντανός οργανισμός είναι. Μη την υποτιμάς. Γεννιέται ένα βράδυ από το πουθενά και σου έρχεται ουρανοκατέβατη. Θείο δώρο. Βρέφος στα σπάργανα.
Θέλει νερό και τροφή να μεγαλώσει. Φροντίδα και χρόνο. Μεγαλώνει και αναπτύσσεται μέσα απο το αμοιβαίο και το κοινό, το εμείς και το ένα.
Μεγαλώνει, μαθαίνει να περπατάει και να εκφράζεται. Σου δείχνει τα σύννεφα και σου λέει θέλω αυτό και θέλω εκείνο. Και εσύ της δίνεις, το δικό σου, το κομμάτι σου, το εγώ σου.
Εγώ ένα μωρό κουβαλάω για Αγάπη. Μόνο κλάμα και σιωπή μου δίνει. Αγνώστου πατρός.
Έβαλα άλλες προτεραιότητες. Εμένα πάνω απ όλα. Το χαμόγελο μου. Τη ζωή μου. Το γεμάτο τώρα μου. Όσα μπορώ να κάνω με τα εφόδια που έχω. Τη δύναμη που φύλαξα ή μου απέμεινε. Δυνατή μες την αδυναμία μου. Ανθεκτική μέσα από την ευαισθησία μου. Μα όχι σκληρή. Σου το είπα δεν θα γίνω ποτέ.
Μου ξεφεύγει ακόμα κάποιο δάκρυ... όχι εγωιστικό ή για τη μάταιη εξομολόγηση, ούτε που με ξέχασαν οι ευχές σου...
Μα για το θέλω... που έμεινε μόνο...
Χωρίς να προηγείται το "σε".
Χωρίς να έπεται το "να ρθεις".
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009
Διάλογος - Επίλογος
Με προσμονή και ονειροπολήσεις.
Θυμώνω.
Έχω δικαίωμα.
Μαλώνω τον εαυτό μου και μετά τον καλοπιάνω.
Έχω μείνει ένα χρόνο πίσω.
Στο περίμενε και στις αναζητήσεις.
Να ανοιγοκλείνω τα παντζούρια της ψυχής μου.
Να ξεσκονίζω τα φτερά μου.
Να κάνω χάρτες και να ακολουθώ τελικά την άγνωστη κατεύθυνση.
Είμαι ένα χρόνο πίσω. Σου έχει τύχει;
Εκεί που οι άλλοι συνεχίζουν και αλλάζουν παραστάσεις,
μπλέκουν σε άλλες ιστορίες, αλλάζουν πρόσωπα;
Εσύ στάσιμος μέσα στην υπερκινητικότητα σου.
Ένα άγαλμα στην πιο κοσμοπολίτικη πλατεία της πόλης.
Σαν εκείνα που δείχνουν κάπου μακριά
ή κρατάνε με τιμή την καρδιά τους.
Μου σάπισε το όραμα. Μου μάτωσε η καρδιά.
Και οι άλλοι περνούν, προσπερνούν. Διαβάζουν το όνομα μου.
Κουνούν το κεφάλι. Με βγάζουν φωτογραφία. Προσπερνούν.
Άλλοι ούτε καν με κοιτούν.
Περπατούν αγκαλιά, πάνε σινεμά, τρώνε παγωτό.
Δίνουν φιλιά και λένε αστεία. Ζηλεύω τα γέλια τους.
Ζηλεύω τους περιπάτους τους.
Με χαράζουν στη ψυχή τα βήματα απο τα χιλιοπατημένα
τους παπούτσια.
Και εγώ χαζεύω. Χαμογελώ και ντύνομαι τη λευκή μου ύπαρξη.
Η καρδιά μου αγαλματάκι ακούνητο. Πώς να μπαλατζάρει;
Άτακτο σώμα, ζωηρό. Καρδιά με δεκανίκια.
Αφού ένιωσες γιατί δεν μπορείς να ξανανιώσεις;
Αφού χτύπησες δυνατά μια φορά γιατί δεν χτυπάς και πάλι;
Τι σωπαίνεις μωρέ;
Έχεις καιρό να χτυπήσεις δυνατά, να χαθείς στο παραλήρημα
Να πετάξεις ενώ τα πόδια σου αγγίζουν το έδαφος.
Νιώσε. Νιώσε. Χτύπα. Γιατί δεν χτυπάς; Γιατί δεν σε ακούω πια;
Γιατί δεν μου ζητάς πια; Ζήτα μου να πάμε κάπου.
Θες να πάμε εκεί πάλι; Στο σπίτι του;
Να περιμένουμε να τον δούμε στα κλεφτά; Δεν απαντάς.
Θες να ανέβουμε τη γέφυρα;
Να κρατάμε ένα δώρο παιδικό με κορδελάκι; Να του δώσουμε;
Δεν απαντάς.
Να του πούμε να κλείσει τα μάτια. Να ανοίξουμε τα χέρια.
Να τον φιλήσουμε. Θέλεις;
Δεν απαντάς. Δεν αντιδράς. Δεν χτυπάς.
Μόνο κόμπους στέλνεις στο λαιμό.
Μόνο αφήνεις τα χείλη μου στεγνά.
Δεν θες το ένα. Δεν σου αρέσει το άλλο.
Θέλεις να γυρίσεις πίσω αλλά δεν γίνεται.
Στο λέω. Δεν μας θέλει. Πάλι δεν απαντάς.
Κάναμε άνοιγμα. Κάναμε βήματα. Άλματα. Και πήγαμε πίσω.
Μην κλαίς. Πίσω πήγαμε.
Προσπάθησα να σε γιατρέψω με λάθος τρόπους. Δεν ήξερα.
Είχα ξαναγαπήσει νομίζεις; Και εγώ που να ήξερα;
Μήπως είχαν νιώσει οι φίλοι μου; Οι φίλες μου;
Σχέσεις του κώλου για το δήθεν. Που να ξέρουν και αυτοί;
Βουλιάξαμε ένα χρόνο. Γεμίσαμε πληγές. Έτσι είναι το παιχνίδι.
Αυτός μας είχε προετοιμάσει. Μη τον κατηγορείς.
Όλα τελειώνουν κάποια στιγμή, μας είχε πει.
Μη μου πεις τώρα για το πως μας κοιτάζει
και το μούδιασμα στο κορμί του!
Ένα χρόνο με ανοιχτές πόρτες για να έρθει, παγώσαμε.
Γέμισε το γραμματοκιβώτιο του μυρωδάτους φακέλους με το έλα.
Τι να φοβάται μωρέ; Παράτα με. Θα τσακωθούμε πάλι.
Κλείνω τα αυτιά μου. Μόνο τότε σου έρχεται να μιλήσεις.
Έκανα τόσα πολλά για να σε γιατρέψω και τα έκανα χάλια.
Συγχώρεσε με. Η απειρία βλέπεις. Εγώ δεν ήξερα απο πληγές.
Φορούσα πάντα πανοπλία. Με ξεγύμνωσε και τι κατάλαβε;
Τι καταλάβαμε; Ένα χρόνο πίσω.
Με εμένα να έχω μείνει στο Μάρτη του 08
και με όλους τους άλλους να γυρίζουν γύρω μου σαν τις μέλισσες.
Γι αυτόν δεν θα σου πω
γιατί εκεί είναι που δεν ακούω ούτε την ανάσα σου και τρομάζω.
Έμπλεξα και μπλέχτηκα με άκυρους.
Ούτε μια στιγμούλα μου δεν ένιωσαν.
Τους χρησιμοποίησα για να πάω παραπέρα.
Έπεσαν πάνω μου να με κατασπαράξουν. Να τους δώσω θέλαν.
Τι να δώσω;
Και εσύ δεν απαντούσες.
Μου έστελνες ένα ρίγος να με διαπεράσει για να με τιμωρείς.
Και σκέπαζα το σώμα μου να μην κρυώνει. Έτσι είναι το παιχνίδι.
Πρέπει να τελειώνω τα τελειωμένα. Να τελειώνω ότι αρχίζω.
Να μην αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς εντός μου και εκτός μου.
Να ξεχνάω.
Τώρα πια Μόνη μου με Σένα. Να σου μιλώ τα βράδια.
Και εσύ να σωπαίνεις. Να μου κρατάς μούτρα που σε έκανα κομμάτια.
Θα γίνουμε καλά... κάθε βράδυ στο λέω και δεν με πιστεύεις.
Μου λες πως δεν μας έμεινε τίποτα. Πως τα χέρια μου είναι άδεια.
Πως τα όνειρα μου δακρύζουν. Πως οι άγγελοι μας λυπούνται.
Και εγώ να λέω δύο καληνύχτες μια για σένα και μια για κείνον.
Και ας του λέει και άλλη. Και ας μου το τρίβει στη μούρη.
Μια καληνύχτα παραπάνω τι κακό του κάνει;
Θα φύγουμε σε άλλα όνειρα απόψε για να μη μου κλαις άλλο.
Θα σε προστατέψω, θα σε λούσω, θα σε ντύσω, θα σε στολίσω με ροζ και βιολετί που σου αρέσει. Να παίξεις και πάλι. Να γελάσεις.
Να χτυπήσεις δυνατά όχι απο συναισθήματα, απο χαρά.
Να χαρείς ψυχή μου. Σου έλειψε η χαρά.
Θα σε πάρω αγκαλιά να σου λέω πως σ'αγαπώ εγώ και πως αξίζεις.
Αξίζεις πολλά.
Θα έρθει ένα αεράκι δροσερό, να σου ανεμίσει τα μαλλάκια, να σου
χαϊδέψει το λαιμό, να σου μιλάει στο αυτί.
Για το μετά μη με ρωτάς. Γευόμαστε τη στιγμούλα, δεν είπαμε;
Κλείνω τα μάτια με μια προσευχή: Μόλις ανοίξω τα μάτια το πρωί... Να έχω ξεχάσει.
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009
Ένας Αιώνας μετά το Χθες...
Απόψε χάθηκα ανάμεσα στο χολ και στα υπνοδωμάτια. Ένιωσα το χάος της ψυχής μου. Χαμογέλασα με το πόσο αστεία δείχνω. Εύθραυστη εδώ και χρόνια. Σκληρή εδώ και καιρό. Ηθοποιός της αδιαφορίας. Κοιμήθηκα με το βιβλίο του Μικρού πρίγκηπα και πάλι στα χέρια και στα όνειρα μου γαντζώθηκα σε ένα αερόστατο όλο χρώματα και σύννεφα.
Περνάω μια περίοδο που άλλοι έχουν περάσει ήδη. Ήμουν πάντα εκτός τόπου και χρόνου, το ξέρω. Ώριμη για μικρή. Παιδί για μεγάλη. Πρώτα μίλησα ορθολογιστικά και μετά περπάτησα δειλά. Η θεωρία μου προηγείται της πράξης μου, αυτό είναι το κάρμα μου.
Ακόμα κάνω σχήματα στον τοίχο με τα χέρια, παπάκια, αλογάκια και κύκνους, πάντα ερωτευμένα. Ακόμα γελάω δυνατά σε δημόσιους χώρους και χαζεύω τα χρωματιστά βεγγαλικά με το στόμα ανοιχτό. Ακόμα ζωγραφίζω σπιτάκια και ακόμα και τώρα δεν κοιμάμαι αν δεν κοιτάξω τα αστέρια που έχω κολλήσει στον τοίχο. Φαντάζομαι ακρογυαλιές για να κοιμηθώ και σχέδια στην άμμο. Γυμνά πόδια να παίζουν στα βότσαλα και το φεγγάρι να τρεμοπαίζει σε καθαρά νερά.
Και τώρα είναι που θα μιλήσω για σένα. Αν ήξερες τι περνάνε τα όνειρα μου απο τότε... ίσως και να μην έφευγες ποτέ. Αυτή που αγάπησες διαλύεται μέρα με τη μέρα. Ξεχνάει τα παιδιάστικα και θυμάται των μεγάλων.
Θέλω να βρεθούμε στο παγκάκι των ονείρων μας και πάλι. Να με πάρεις απο το χέρι και να μου πεις που να πατήσω για να φτάσω πιό ψηλά. Αν ήταν αληθινά όλα αυτά, πώς γίνεται να τα ξεχνάς; Και αν ήταν ψέμα πώς δεν γίναν αλήθεια αφού ήταν τόσο δυνατά;
Με εξάντλησαν οι καφέδες με τους δήθεν. Οι λέξεις "φάση", "περνάμε καλά", "ότι κάτσει"...
Με βάρυνε η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι τους.
Φοράω λοιπόν τα φτερά μου και σε περιμένω. Ένα χρόνο μετά και δύο αιώνες. Οι ψυχές μένουν ίδιες. Τα όνειρα ζουν κάπου ψηλά. Διαβάζω τα greeklish σου, ενός Σεπτέβρη του 07...
ελπίδες που σκορπίσαν... πήρα καλάθι και τις μαζεύω απο τους χάρτες... Οι καρδιές δεν ξεχνούν. Δεν ζητώ τον μεγάλο έρωτα. Ζητώ ένα χέρι γνώριμο. Ένα χαμόγελο που μου δινόταν πάντα. Ζητάω πολλά;
Μόνο μια χάρη... μη με πεις φαντασμένη... λέγε με απλά ονειροπόλα... Μόνο έτσι θα γυρίσω στο πλήθος. Εγώ η ονειροπόλα και εσύ το όνειρο. Πώς να υπάρξω χωρίς να με εμπνεύσεις; Πώς να αναπνεύσεις αν δεν σε ζωντανέψω στα κλειστά μου μάτια;
Αν δεν σε είχα μυρίσει θα έλεγα οτι είσαι ένα τριαντάφυλλο σαν όλα τα άλλα.
Αν δεν είχα πληγωθεί απο τα αγκάθια σου θα έλεγα πως όλες οι πληγές είναι ίδιες.
Ξαναγεννιέμαι απο τις στάχτες μου με μια σου εικόνα, είναι τόσο δυνατή η ανάμνηση τελικά... Και να φανταστείς οτι κάηκα απο τα δικά σου χέρια.
Θα σε περιμένω απόψε στο γνωστό παγκάκι... Δύο φτερουγίσματα απο την πύλη των ονείρων. Θα κρατώ την καρδιά μου στα χέρια για να με αναγνωρίσεις.
Θα μου χαμογελάσεις όταν έρθεις τρυφερά και θα μου κρατήσεις το χέρι.
Μη με ρωτήσεις που θα πάμε απόψε, παραλία ή πλαγιά με θέα, ηλιοβασίλεμα ή γλυκειά βραδιά καλοκαιριού. Διάλεξε εσύ. Εμένα μου αρκεί που ήρθες.
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009
Όνειρο στο Βήμα...
Ήξερε οτι ο δρόμος έχει πάντα το όνομα που του δίνεις. Ήξερε θεωρίες περι αγάπης, περι έρωτος, συμβουλές και γραμμένα, είχε διαβάσει, είχε ακούσει, είχε συζητήσει στην παραλία ένα καλοκαίρι με κάτι φίλους που μετά έγιναν γνωστοί. Θεωρίες και εκφράσεις. Ορισμοί για το συναίσθημα, για το αίσθημα. Συνεντεύξεις απο αυθεντίες, ποιητές και συγγραφείς, μουσικούς και καλλιτέχνες. Τι είναι η αγάπη; Αγάπη και Προδοσία. Εκδίκηση και Μίσος.
Δώσε Ορισμό. Πες μας τι νιώθεις. Εμπειρίες ξένων γεμάτες ακρίβειες και ανακρίβειες.
Τόσες αναλύσεις... Είναι περίεργο πλάσμα ο άνθρωπος τελικά... του αρέσει η ανάλυση. Και όσο πιο δυσνοήτες του φανούν οι λέξεις τόσο πιο μικρός νιώθει ανάμεσα στο τυφλό μυστήριο των αισθήσεων και των αισθημάτων. Δεν είχε γνωρίσει κάποιον που να μην ενθουσιαζόταν με αναλύσεις και εξομολογήσεις. Αναστενάζουν κρυφά που δεν το νιωσαν και μαγεμένοι πηγαίνουν να κοιμηθούν ελπίζοντας να ζήσουν μια στιγμούλα απο τις δυνατές συγκινήσεις που μοιράστηκαν! Περιμένουν για χρόνια να τους χτυπήσει την πόρτα η μεγάλη αγάπη, κάτι να τους νιώσει, κάτι να νιώσουν... και μόλις εκείνο έρθει κουρασμένο και ιδρωμένο απο την περιπλάνηση του, με χέρια ανοιχτά και μάτια γεμάτα υποσχέσεις εκείνοι το καληνυχτίζουν βιαστικά γιατί ξυπνούν νωρίς το πρωί.
Χαμογέλασε χαιδεύοντας το κόκκινο κασκολ της. Το σήκωσε ανάλαφρα για να κρύψει τα χείλη της, συχνά μουρμούριζε περπατώντας, αλλά ποτέ δεν την είχε απασχολήσει.
Τα μουρμουρητά είναι σκέψεις. Γιατί να ντραπεί; Για τα όνειρα; Ποτέ! Όποιος φοβάται τα όνειρα, φοβάται να ζήσει.
Κάνει κρύο στον κόσμο των αναλύσεων, σκέφτηκε. Ίσως γιατί είσαι τόσο μακρυά απο την πράξη. Αναλύεις όταν κάτι έχει περάσει.
"Ο έρωτας κρατάει λίγο... η αγάπη μένει." της είχαν πει. "Όταν φεύγει ο έρωτας έρχεται η αγάπη."
Χαμογέλασε κοροιδευτικά. Τα βίωσε πια αυτά. Είχε δει τον έρωτα να χτυπάει κλαίγοντας την πόρτα ενώ η αγάπη μαραινόταν στο βάζο. Είχε δει τον έρωτα να κλωτσάει το χαλάκι του χολ σαν ένα παιδί που δεν το παίζουν και την αγάπη να παραπονιέται που ξέμεινε μόνη. Είχε δει τον έρωτα να αγκαλιάζει ξένα σώματα για να εκδικηθεί και την αγάπη να τον τραβάει απο το αυτί να γυρίσει σπίτι. Η αγάπη ξέρει εκ των προτέρων τα χρονικά περιθώρια -αλλά ποτέ το τέλος-... και αν ο χρόνος δεν της αρκεί, τρυπώνει εγωιστικά μέσα σου, χέρι χέρι με τον έρωτα.
Την κούρασαν τα γιατροσόφια της Αγάπης. Είχε χορτάσει νόμους και συμβουλές για την ιδανική επάφη, για να κρατήσει, για να την κρατήσεις, για να κρατηθείς... Πώς να βάλεις νόμους στην ψυχή όταν φωλιάζει σε δύο μάτια; Πώς θα θυμηθείς τι πρέπει να πεις όταν τρέμουν τα χείλη; Πώς να μετρήσεις τα βήματα του βαλς όταν οι ψυχές χορεύουν σε ρυθμούς με πρωτάκουστο μέτρο και τέμπο; Ποιός έζησε ένα όνειρο ζητώντας κατευθύνσεις; Ένα μαγικό βαγόνι είναι το όνειρο... ποιός πήρε αποσκευές μαζί του, και αν πήρε, ποιός γύρισε με αυτές; ποιός ρώτησε τον προορισμό; ποιός διάλεξε συνεπιβάτη; Λαθρεπιβάτες όλοι στο όνειρο, μεθισμένοι παραμυθάδες και παραμυθιασμένοι.
Έκλεισε τα αυτιά της στις φωνές των συνειδήσεων και μόνο έτσι δεν ένιωθε ντροπή για την παρόρμηση. Μισές αλήθειες είναι οι νόμοι. Και η μισή αλήθεια είναι ψέμα.
Προστάτεψε τα σωθικά της απο τους λεηλατητές, διέσχισε το δρόμο μιας άγνωστης πόλης και κοίταξε στον ουρανό ζητώντας γιατρειά.
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008
Το Όνομα μου...
Είναι στιγμές που μου τελειώνουν οι λέξεις... στο χω πει.
Κάτι ηλεκτρισμένες ανάσες που εσύ περιμένεις την απάντηση μου με θέα το λιμάνι.
Και εγώ δεν έχω λαλιά, δεν έχω φωνή να σου πω.
Μοιάζουν οι λέξεις τόσο μικρές στα χείλη μου.
Νιώθω πως δεν έχω κορμί να σου δείξω με χάδια αυτά που νιώθω.
Δεν έχω δικαίωμα.
Το "θέλω" μου φοράει κόκκινα. Έχει ντυθεί γιορτινά. Έχει στηθεί στη πόρτα και περιμένει... να ανοίξεις, να ανοίξω. Να μπει ή να φύγει δεν έχει σημασία.
Ένα ανεκπλήρωτο "θέλω" στέκεται κάθε πρωι στην πόρτα μου.
Να βγεί.Να τρέξει στους δρόμους μια ματωμένης πόλης.
Να σου χτυπήσει την πόρτα. Να σου φιλήσει τα μάτια.
Δεν του επιτρέπω.
Δεν έχει δικαίωμα.
Μπορεί η στιγμούλα να ήταν τόσο δυνατή αν δεν νιώσαν δύο;
Μου λένε μπορεί.
Τους λέω όχι.
Μπορεί η νύχτα να ήταν τόσο φωτεινή αν δεν νιώσαν δύο;
Μου λένε μπορεί.
Τους λέω όχι.
Γιατί πως να ζεσταθεί η ψυχή μου αν δεν είσαι... εσύ;
Γιατί πως να χαιδέψω τα αστέρια αν δεν είσαι να μου δείξεις;
Μου λένε μπορώ.
Τους λέω όχι.
Τα βρήκες παιδιάστικα όλα αυτά.
Δεν έχω άλλα.
Ένα παιδί πεισματάρικο είναι η καρδιά μου.
Κρύβεται μέσα μου και δείχνει σκληρό.
Παγιδεύεται στα ρούχα μου.
Φοραέι κραγιόν και ντύνεται γυναίκα.
Δεν ξέρω αν με πρόδωσε η σιωπή ή τα λόγια μου.
Η αλήθεια ή το ψέμα μου.
Η ανάμνηση δεν φτάνει.
Να σου πώ για την καθημέρινοτητα μου, μου ζητάς.
Για τη δουλειά.
Για τον άλλον. Για τους άλλους.
Ποτέ δεν με ρωτάς τι νιώθω.
Πώς αναπνέω ακόμα κοντά σου μυρίζοντας το άρωμα σου.
Κρατιέμαι να μην φωνάξω.
Δαγκώνω τα χείλη.
Χωρίς να αγγίζω.
Δεν έχω δικαίωμα.
Πόσους ρόλους έχω παίξει με ρώτησες ποτέ;
Σύντροφος.
Εχθρός.
Φίλη.
Μια σύντροφος στα όνειρα και στα ταξίδια.
Μια εχθρός να σε νοιάζεται.
Μια φίλη ερωτευμένη.
Πόσα χρώματα ντύθηκα σε έναν χρόνο σκέφτηκες;
Και προβάρω τις σιωπές μου για έναν ρόλο καινούργιο.
Σε νέα σκηνικά.
Μονόλογος μου... οι λόγοι μου.
Το όνομα μου: Ξένη.