Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Εσύ Μείνε...

Ζωή σαν ποίημα στα σκαριά. Σαν απο εκείνα, που γράφει και σβήνει ο ποιητής και καρτερεί την μούσα να του χαρίσει το στιχάκι. Μα εγώ δεν είμαι ποιητής, ούτε καν ποιήμα, ούτε λέξη βγαλμένη τάχα απο κάποιο μεγαλόπνοο παραμύθι ή αριστούργημα. Αν ήμουν κάτι άλλο θα ήμουν χρωματιστό μπαλόνι που ξέφυγε απο τα χέρια ενός πιτσιρικά. Με έδενε με αγάπη στο καγκελάκι του κρεβατιού τα βράδια, μου μίλαγε και ονειρευόταν πως θα σταθεί στη ράχη μου και θα το πάρω μαζί μου. Θα υψωθούμε πάνω απο την πολυκατοικιά και τη ταράτσα της γιαγιάς και θα του μάθω τον κόσμο απο εκει πάνω, θα παίζαμε κρυφτό στα σύννεφα και θα αγγίζαμε τις αχτίδες και τα ηλιοβασιλέματα. Κάποια μέρα θα γλιστρούσα απο το απαλό χεράκι του και η μοίρα θα με οδηγούσε να πορευτώ μονάχη στο κρυφτό και στην κρεμάλα. Μισώ το παρελθόν και ας με έχτισε και ύστερα το Αγαπώ και ας με γκρέμισε. Παρουσία γλυκιά σαν κι αυτή που είχα πει πως θα ζήσω και πως θα είμαι τυχερή που θα την αναπνεύσω στο παράθυρο και στην αυλόπορτα. Με τη λευκή νυχτικιά και γιασεμιά στο πεζούλι, χάμω. Και ύστερα δώρα στα χέρια... φτερά, δεν ξέρω που. Στην καρδιά; Στα πλευρά; Μαλλιά και δάχτυλα και κύματα Όλα εδώ και όλα μαζί. Μα φοβάμαι στο λέω.
Όταν σε ονειρευόμουν περιμένοντας να ρθεις, έλεγα πως είναι εύκολο. Το μόνο απλό να έρθεις, λύση στα πάντα. Απάντηση στον πόνο και στη μοναξιά. Μα δεν έχει λόγια η Αγάπη να την χωρέσουν, να την αντέξουν και είναι η γλύκα σου ικανή να με κάνει να αντέξω.
Χαμόγελα στην ακρογιαλιά και στους δρόμους. Χέρι ζεστό στο εδώ. Ματιά απαλή στο τώρα.
Έσβησαν οι αναμνήσεις. Μα δεν φοβάμαι εκείνες. Έρημες αναμνήσεις στις γωνιές τι να σου κάνουν; Οι υγρές στάχτες δεν ζουν. Κρατούν τα χέρια μου μια σπίθα απο το είναι μου. Φοβάμαι. Όχι για τις φωτιές που θα γίνουν στάχτες, υγρές χωρίς λάμψεις, μα για μένα, που ξέχασα να παίζω με τη φλόγα και ψάχνω τρόπους να τη δαμάσω ή και να την πνίξω ακόμα. Εμένα φοβάμαι. Που θέλω καλούς σαμαρείτες και απο μηχανής Θεούς. Που καμιά φορά πονάω ακόμα, χωρίς πόνο, για δευτερόλεπτα, έτσι απο συνήθεια. Που δεν είμαι θαρραλέα τώρα πια να πολεμήσω, να ανέβω σε γέφυρες και να σταθώ στην πόρτα σου, να σου ψιθυρίσω απο το ψυχρό ακουστικό το "σε παρακαλώ...", το "μην..." και το "γιατί μου το κάνεις αυτό;". Λεηλατήθηκα απο μάχες περασμένες, μάχες χαμένες. Στέρεψα απο την άρνηση και τις κλειδωμένες πόρτες, χάρισα την ασπίδα μου και το δόρυ μου στους περαστικούς. Για τη δική μας αγάπη πως θα πολεμήσω;

Μείνε.