Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

Θα Ερχόσουν;


Αν έμπαινα κρυφά απο τις χαραμάδες, σαν κλέφτης, ένα βράδυ σαν και αυτό. Αν μπορούσα, θα γλιστρούσα όπως το πρώτο φως της μέρας στο σεντόνι σου και θα περπατούσα στις μύτες για να μην σε ξυπνήσω. Θα κοιτούσα τα κλειστά σου μάτια και θα καταλάβαινα πιά τα μυστήρια του κόσμου. Μετά θα ξάπλωνα πλάι σου, στα δεξιά, θα σε ένιωθα να αναπνέεις και θα μπορούσα μεστην ανάσα σου να ακούσω κάθε κύμα να χαιδεύει την ακτή.
Θα έσκυβα απαλά πάνω στην καρδιά σου και θα ένιωθα στον κάθε χτύπο της τα βεγγαλικά κάθε γιορτής, τα βήματα κάθε χορού, τις νότες κάθε μελωδίας.
Θα έμενα μέχρι το πρωί ξάγρυπνη με μάτια ορθάνοιχτα, πιστά, να σε προσέχω απο την ψύχρα, απο το σκοτάδι, απο τα ασπρόμαυρα όνειρα σου.
Θα ταξίδευα στην κοιλάδα του λαιμό σου και θα απολάμβανα κάθε εξωτικό λουλούδι.
Θα μεθούσα απο το γλυκό κρασί τον χειλιών σου καθώς η αφή μου θα παγιδευόταν στα πιό κρυφά σου μονοπάτια και η ανάσα μου θα απλωνόταν σε κάθε σύνορο του κορμιού σου.

Μην ξυπνήσεις. Αν ανοίξεις τα μάτια σου θα χαθώ, θα σε χάσω και πάλι. Είναι τόσο δύσκολο αυτό το παιχνίδι. Συνειδητοποιείς τις αποστάσεις και ύστερα χάνεσαι. Ψάχνεις να βρεις τον εαυτό σου και πάλι. Δεν μου αρκεί αυτό το κρυφτό. Με κούρασαν οι κρυψώνες. Σε ακούω αιώνια να μετράς. Γυρισμένος στον τοίχο. Δεν με βλέπεις. Και εγώ κρύβομαι για να μην με δεις. Όμως, εγώ σε βλέπω. Μου γυρνάς την πλάτη γιατί έτσι είναι το παιχνίδι. Έχεις τα χέρια σου στα μάτια και μετράς -5-10-15- και μετράς -20-25- και μετράς -30-35-. Όλο μετράς. Και εγώ κρύβομαι. Αλλάζω κρυψώνες. Σε περιμένω να έρθεις. Να ανοίξεις τα μάτια σου. Ψάξε να με βρεις. Ψάξε με. Σε κοιτάζω ακόμα. Είμαι μακριά και περιμένω και εσύ μετράς. Άγγιξαν το άπειρο οι αριθμοί σου. Κουράστηκα να κρύβομαι. Μάτωσαν τα χέρια μου. Λύθηκαν τα φτερά μου. Σου φωνάζω. Γύρνα να με δεις. Δεν κρύβομαι πια Είμαι πίσω σου. Με όλη μου την γύμνια. Με υγρά μάτια, με χέρια ανοιχτά, γεμάτη πληγές. Σταμάτα να μετράς, σταμάτα να "τα φυλάς". Φύλα εμένα, φίλησε με. Έχω ξεχάσει πως φιλάς. Έχω ξεχάσει τη αφή σου, τη φωνή σου. Την έσβησαν τόσες. Άφησα ξένες φωνές να μου ψιθυρίζουν τρυφερά στο αυτί. Υπέδειξα σε ξένα χέρια πώς να πατούν πάνω στα αποτυπώματα σου. Χάδια και ανάσες άγνωστες να ακολουθούν τα ίχνη σου στο κορμί μου. Μα δεν μου φτάνει. Κλείνω τα μάτια να μην θυμάμαι το βλέμμα τους κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ. Και θυμάμαι τόσο καθάρια το δικό σου. Σαν να σε είδα μόλις χθες. Μα δεν σε είδα. Πάει καιρός, τόσος πολύς, αρκετός να αλλάξει κανείς πορεία, όνειρα και ζωή ακόμη. Τα άλλαξες, δεν λέω. Και εγώ έχω αλλάξει. Δεν σε συγκρίνω πια. Σε κρίνω. Κρίνω τη σιωπή σου, την άρνηση σου, το ψέμα σου.
Τι μας χωρίζει; Να το σπάσω. Τι μας ένωσε; Να το βρω. Θα στο θυμίσω στο παραμιλητό σου και εσύ θα χαμογελάσεις μέσα στην αγκαλιά μου, σαν να κατάλαβες. Και έτσι γλυκά θα ξυπνήσεις.
Θα χαθώ απο κοντά σου με μια ευχή, σαν τελευταία ανάσα. "Να έρθεις"...

Η μέρα που ήταν να έρθει σήμερα τι απέγινε, θα ξημερώσουμε ξανά μαζί;