Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Όνειρο στο Βήμα...

Περπατούσε σκεπτική στο δρόμο χωρίς να τη νοιάζει για ονόματα οδών και διασταυρώσεις.
Ήξερε οτι ο δρόμος έχει πάντα το όνομα που του δίνεις. Ήξερε θεωρίες περι αγάπης, περι έρωτος, συμβουλές και γραμμένα, είχε διαβάσει, είχε ακούσει, είχε συζητήσει στην παραλία ένα καλοκαίρι με κάτι φίλους που μετά έγιναν γνωστοί. Θεωρίες και εκφράσεις. Ορισμοί για το συναίσθημα, για το αίσθημα. Συνεντεύξεις απο αυθεντίες, ποιητές και συγγραφείς, μουσικούς και καλλιτέχνες. Τι είναι η αγάπη; Αγάπη και Προδοσία. Εκδίκηση και Μίσος.
Δώσε Ορισμό. Πες μας τι νιώθεις. Εμπειρίες ξένων γεμάτες ακρίβειες και ανακρίβειες.
Τόσες αναλύσεις... Είναι περίεργο πλάσμα ο άνθρωπος τελικά... του αρέσει η ανάλυση. Και όσο πιο δυσνοήτες του φανούν οι λέξεις τόσο πιο μικρός νιώθει ανάμεσα στο τυφλό μυστήριο των αισθήσεων και των αισθημάτων. Δεν είχε γνωρίσει κάποιον που να μην ενθουσιαζόταν με αναλύσεις και εξομολογήσεις. Αναστενάζουν κρυφά που δεν το νιωσαν και μαγεμένοι πηγαίνουν να κοιμηθούν ελπίζοντας να ζήσουν μια στιγμούλα απο τις δυνατές συγκινήσεις που μοιράστηκαν! Περιμένουν για χρόνια να τους χτυπήσει την πόρτα η μεγάλη αγάπη, κάτι να τους νιώσει, κάτι να νιώσουν... και μόλις εκείνο έρθει κουρασμένο και ιδρωμένο απο την περιπλάνηση του, με χέρια ανοιχτά και μάτια γεμάτα υποσχέσεις εκείνοι το καληνυχτίζουν βιαστικά γιατί ξυπνούν νωρίς το πρωί.
Χαμογέλασε χαιδεύοντας το κόκκινο κασκολ της. Το σήκωσε ανάλαφρα για να κρύψει τα χείλη της, συχνά μουρμούριζε περπατώντας, αλλά ποτέ δεν την είχε απασχολήσει.
Τα μουρμουρητά είναι σκέψεις. Γιατί να ντραπεί; Για τα όνειρα; Ποτέ! Όποιος φοβάται τα όνειρα, φοβάται να ζήσει.
Κάνει κρύο στον κόσμο των αναλύσεων, σκέφτηκε. Ίσως γιατί είσαι τόσο μακρυά απο την πράξη. Αναλύεις όταν κάτι έχει περάσει.
"Ο έρωτας κρατάει λίγο... η αγάπη μένει." της είχαν πει. "Όταν φεύγει ο έρωτας έρχεται η αγάπη."
Χαμογέλασε κοροιδευτικά. Τα βίωσε πια αυτά. Είχε δει τον έρωτα να χτυπάει κλαίγοντας την πόρτα ενώ η αγάπη μαραινόταν στο βάζο. Είχε δει τον έρωτα να κλωτσάει το χαλάκι του χολ σαν ένα παιδί που δεν το παίζουν και την αγάπη να παραπονιέται που ξέμεινε μόνη. Είχε δει τον έρωτα να αγκαλιάζει ξένα σώματα για να εκδικηθεί και την αγάπη να τον τραβάει απο το αυτί να γυρίσει σπίτι. Η αγάπη ξέρει εκ των προτέρων τα χρονικά περιθώρια -αλλά ποτέ το τέλος-... και αν ο χρόνος δεν της αρκεί, τρυπώνει εγωιστικά μέσα σου, χέρι χέρι με τον έρωτα.
Την κούρασαν τα γιατροσόφια της Αγάπης. Είχε χορτάσει νόμους και συμβουλές για την ιδανική επάφη, για να κρατήσει, για να την κρατήσεις, για να κρατηθείς... Πώς να βάλεις νόμους στην ψυχή όταν φωλιάζει σε δύο μάτια; Πώς θα θυμηθείς τι πρέπει να πεις όταν τρέμουν τα χείλη; Πώς να μετρήσεις τα βήματα του βαλς όταν οι ψυχές χορεύουν σε ρυθμούς με πρωτάκουστο μέτρο και τέμπο; Ποιός έζησε ένα όνειρο ζητώντας κατευθύνσεις; Ένα μαγικό βαγόνι είναι το όνειρο... ποιός πήρε αποσκευές μαζί του, και αν πήρε, ποιός γύρισε με αυτές; ποιός ρώτησε τον προορισμό; ποιός διάλεξε συνεπιβάτη; Λαθρεπιβάτες όλοι στο όνειρο, μεθισμένοι παραμυθάδες και παραμυθιασμένοι.
Έκλεισε τα αυτιά της στις φωνές των συνειδήσεων και μόνο έτσι δεν ένιωθε ντροπή για την παρόρμηση. Μισές αλήθειες είναι οι νόμοι. Και η μισή αλήθεια είναι ψέμα.

Προστάτεψε τα σωθικά της απο τους λεηλατητές, διέσχισε το δρόμο μιας άγνωστης πόλης και κοίταξε στον ουρανό ζητώντας γιατρειά.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Το Όνομα μου...


Είναι στιγμές που μου τελειώνουν οι λέξεις... στο χω πει.
Κάτι ηλεκτρισμένες ανάσες που εσύ περιμένεις την απάντηση μου με θέα το λιμάνι.
Και εγώ δεν έχω λαλιά, δεν έχω φωνή να σου πω.
Μοιάζουν οι λέξεις τόσο μικρές στα χείλη μου.
Νιώθω πως δεν έχω κορμί να σου δείξω με χάδια αυτά που νιώθω.
Δεν έχω δικαίωμα.

Το "θέλω" μου φοράει κόκκινα. Έχει ντυθεί γιορτινά. Έχει στηθεί στη πόρτα και περιμένει... να ανοίξεις, να ανοίξω. Να μπει ή να φύγει δεν έχει σημασία.
Ένα ανεκπλήρωτο "θέλω" στέκεται κάθε πρωι στην πόρτα μου.
Να βγεί.Να τρέξει στους δρόμους μια ματωμένης πόλης.
Να σου χτυπήσει την πόρτα. Να σου φιλήσει τα μάτια.
Δεν του επιτρέπω.
Δεν έχει δικαίωμα.

Μπορεί η στιγμούλα να ήταν τόσο δυνατή αν δεν νιώσαν δύο;
Μου λένε μπορεί.
Τους λέω όχι.
Μπορεί η νύχτα να ήταν τόσο φωτεινή αν δεν νιώσαν δύο;
Μου λένε μπορεί.
Τους λέω όχι.
Γιατί πως να ζεσταθεί η ψυχή μου αν δεν είσαι... εσύ;
Γιατί πως να χαιδέψω τα αστέρια αν δεν είσαι να μου δείξεις;
Μου λένε μπορώ.
Τους λέω όχι.

Τα βρήκες παιδιάστικα όλα αυτά.
Δεν έχω άλλα.
Ένα παιδί πεισματάρικο είναι η καρδιά μου.
Κρύβεται μέσα μου και δείχνει σκληρό.
Παγιδεύεται στα ρούχα μου.
Φοραέι κραγιόν και ντύνεται γυναίκα.

Δεν ξέρω αν με πρόδωσε η σιωπή ή τα λόγια μου.
Η αλήθεια ή το ψέμα μου.

Η ανάμνηση δεν φτάνει.

Να σου πώ για την καθημέρινοτητα μου, μου ζητάς.
Για τη δουλειά.
Για τον άλλον. Για τους άλλους.
Ποτέ δεν με ρωτάς τι νιώθω.
Πώς αναπνέω ακόμα κοντά σου μυρίζοντας το άρωμα σου.
Κρατιέμαι να μην φωνάξω.
Δαγκώνω τα χείλη.
Χωρίς να αγγίζω.
Δεν έχω δικαίωμα.

Πόσους ρόλους έχω παίξει με ρώτησες ποτέ;

Σύντροφος.
Εχθρός.
Φίλη.

Μια σύντροφος στα όνειρα και στα ταξίδια.
Μια εχθρός να σε νοιάζεται.
Μια φίλη ερωτευμένη.

Πόσα χρώματα ντύθηκα σε έναν χρόνο σκέφτηκες;

Και προβάρω τις σιωπές μου για έναν ρόλο καινούργιο.
Σε νέα σκηνικά.
Μονόλογος μου... οι λόγοι μου.
Το όνομα μου: Ξένη.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Η Απορία του Καλού Μήνα...

Πώς ξεχνούν οι Ά λ λ ο ι;


Πώς γιατρεύουν τις πληγές τους;

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Νιώσε με...

Σ΄έχω βρει και σε χάνω

δανεική παρουσία

έχω τόσα να κάνω και δεν έχουν ουσία

όπου είσαι πηγαίνω δίχως λόγο να πάω

με τους φίλους σου βγαίνω επαφή να κρατάω

Κάποιες μέρες ακούω στη σιωπή τη φωνή σου

πάνε μέρες που λείπεις κι είμαι ακόμα μαζί σου

σε ρωτάω τι έχεις και σου λέω καλημέρα

σ΄α γ α π ά ω

μην τρέχεις

είσ΄ακόμα εδώ πέρα

Προσπαθώ να ξεχάσω

όμως κάτι συμβαίνει

ό,τι όμορφο πιάσω ,να το δεις περιμένει

Σ΄ έχω βρει και σε χάνω

Σ΄έχω βρει και σε χάνω

σταθερή μου αξία

η ζωή μου σε τ ά ξ η κι η καρδιά σ΄α τ α ξ ί α

Έχεις γίνει συνήθεια και το μόνιμο θέμα

σου δανείζω αλήθεια, να πληρώνεις το ψέμα

Κάποιες νύχτες στους δρόμους σε τρακάρω τυχαία

είν΄αμάξια οι μόνοι και οι σχέσεις τροχαία

στα παλιά μας τα στέκια όπως πάντα συχνάζω

είχα πει πως θ΄αλλάξω κι όσο αλλάζω σου μοιάζω

Σ΄έχω βρει...

Και σε χάνω...

Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος

Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης

Πρώτη εκτέλεση: Νατάσα Μποφίλιου

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

Προορισμός: Νέα Ιθάκη...

Θα πάρω χρωματιστά πινέλα και θα βάψω το ταβάνι.
Με κούρασε η βροχή που πέφτει απο την οροφή κάθε βράδυ.
Απο το δωμάτιο μου η υγρασία θα απέχει.

Θα κάνω το πάτωμα αυλή, να έρχονται παιδιά και να χασκογελούν καθώς θα κυνηγά το ένα το άλλο. Στους τοίχους μου θα κλείνουν τα μάτια και θα μετρούν μέχρι το 100.
Θα κρύβονται πίσω απο τα βάζα μου, αυτά που μέχρι τώρα δεν είχα λουλούδια.
Θα κάνω το κρεβάτι μου καράβι. Θα ταξιδεύω μαζί με τα όνειρα μου και η θάλασσα θα είναι πάντα γαλάζια και καθάρια. Θα χαζεύουμε τα κοχύλια και τους βυθούς. Θα χαιρετάμε τις γοργόνες. Θα χαμογελάμε στις περαστικές βαρκούλες. Θα ρίχνουμε τα δίχτυα και θα ψαρεύουμε αστέρια. Θα ταξιδεύουμε στο παρόν μας. Γιατί αυτό πάψαμε να ζούμε.
Θα πετάξουμε τα βαριά μας κιάλια. Κουραστήκαμε πια να κοιτάμε τα περασμένα και να καρδιοχτυπούμε για τα μελλούμενα.

Παρόν. Εδώ και τώρα. Έχεις τη δροσιά, έχεις το όραμα, έχεις τα νιάτα.
Βούτα, ζήσε, αναζήτησε, πάλεψε.
Τόσα τρεχούμενα νερά και έμενα με τη δίψα.
"Θα πιω αύριο νερό, θα ψάξω απο αύριο τη λύση, απόψε θέλω να σβήσω σαν πυγολαμπίδα στο καταφύγιο μου, να σκεπαστώ με το παραμύθι μου, να κουκουλωθώ με το τρύπιο μου σεντόνι και να ονειρευτώ ότι είναι λευκό, καθαρό και μυρωδάτο." Αυτό ψιθύριζε η μοναξιά μου κάθε βράδυ. Και κάθε πρωί περίμενα το θαύμα να έρθει χωρίς να κουνήσω το ραβδάκι μου, χωρίς να πω το μαγικό μου ποιηματάκι. "Τολμώ να ζήσω αυτό που μου αξίζει"

Εσύ με έμαθες να τολμάω... Θυμάσαι;
Ή μάλλον, ο παλιός σου εαυτός. Αυτός που με έπαιρνε απο το χέρι και μου έδειχνε το ουράνιο τόξο. Χρώματα και μυρωδιές απο μπαξέδες και μπαχάρια.

Αυτόν αγάπησα και αυτόν θα αγαπώ...
Τον πιστό επιβάτη την ουτοπίας, τον αθεράπευτα ονειροπόλο, τον παθιασμένο για ζωή, τον άπιαστο.

Πού βρήκες το κουράγιο να σμίξεις τα χείλη χωρίς να μου δώσεις ούτε μια ανάσα;
Βρεθήκαμε μαζί στην γέφυρα που ενώνει τους κόσμους μας. Μπροστά σου ήμουν εγώ και καθρέφτης μου εσύ. Τολμώ να πω πως δεν κοίταξα στιγμή το φεγγάρι- δεν θυμάμαι καν αν ήταν παρόν στην τελευταία μας πράξη- εγώ... που πάντα κοιτάω ψηλά και του μιλάω. Τολμώ να πω πως δεν κοίταξα τα καράβια και την θάλασσα εκείνης της νύχτας. Ήθελα να σε κοιτάζω για όσο κρατούσε ο τελευταίος σου μονόλογος.



Κομπάρσοι: τα δύο πρώτα τσιγάρα του πακέτου σου.
Θεατές: τα φώτα των αυτοκινήτων και οι ήχοι της νυχτιάς.
Μουσικό χαλί: οι χτύποι της καρδιάς μου.
Σκηνικά: ένας Νοέμβρης.
Κουστούμια: τα χέρια μου που σε τύλιξαν.
Σκηνοθέτης: ούτε εγώ, ούτε εσύ. Οι επιλογές. Το θράσος και η δειλία.
Ηθικοί αυτουργοί: Οι ψίθυροι και οι σκέψεις που ποτέ δεν έγιναν κραυγές για να έρθουν να μας σώσουν.
Η Κάθαρσις : Η αλήθεια που μαράθηκε στο βάζο, απροστάτευτη
- Σου είπα να της αλλάζεις ταχτικά νερό, να της μιλάς-
Το κάρμα μου :πιστής Πηνελόπης.
Μια Πηνελόπη με τα όλα της. Που ζήτησε μόνο την θύμηση και έναν γυρισμό. Με μνηστήρες και ελπίδες στείρες.
Ο "Οδυσσέας" μου παγιδεύτηκε στα παιχνίδια της Κίρκης. Ξέχασε και την Ιθάκη και δεν έμαθε ποτέ "
οι Ιθάκες τι σημαίνουν".

Τίποτα δεν πάει χαμένο. Σχεδιάζω το χάρτη της ψυχής μου και θα κινήσω για καινούργιο ταξίδι. Προορισμός μια Ιθάκη μαγική. Σαν αυτή που ονειρευόμασταν καθισμένοι " στο παγκάκι", ίσως και καλύτερη. Σίγουρα καλύτερη.

Με ακούς;
Δεν σε ακούω πιά... Ήρθαν τα παιδιά να παίξουν στον κήπο μου, κρατούν πινέλα και χρωματίζουν το φεγγάρι. Τραγουδούν τους ύμνους της χαράς του απόψε και του αύριο.

"Oδυσσέα" μου να με θυμάσαι,
έτσι αγνή, λευκή και κόκκινη...

τόσο παιδί όσο ήμουν μια βδομάδα πριν.



Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Έλλειψις




Δεν μπορώ πια να αρθρώσω μια λέξη, να γράψω μια πρόταση, να πω μια αλήθεια.
Νιώθω πως τέλειωσαν οι λέξεις. Ρήματα, ουσιαστικά και επίθετα. Προθέσεις, σύνδεσμοι και επιρρήματα. Και μένω στα σημεία στίξης, στο κενό, στη σιωπή. Μαζεύτηκαν όλα τα συναισθήματα μέσα μου και χορεύουν σε άγνωστους ρυθμούς.
Προσπαθώ να δώσω ονόματα, να ορίσω τους φόβους μου, τις σκέψεις μου, τις ανάγκες μου.
Δεν υπάρχουν ονόματα. Γίναν όλα ένα "αυτό" και ένα "εκείνο". Δείχνω τις σκιές στους τοίχους και πιστεύω πως και κάποιος άλλος τις βλέπει, δεν είμαι η μόνη, δεν είμαι μόνη.
Και είναι κάτι βράδια όπως και αυτό που δεν ξέρω αν αναζητώ εσένα ή εμένα. Αν χάθηκα ή αν σε έχασα. Αν παγιδεύτηκες εσύ ή εγώ. Αν παλεύω για σένα ή για μένα.
Μου λείπει η μυρωδιά των ονείρων μου, ίσως γιατί έχουν το άρωμα σου. Μου λείπει αυτό το συναίσθημα πριν κοιμηθώ. Αυτή η ανάγκη για όνειρα, για αισθήματα, για ταξίδια. Το φοβήθηκα το όνειρο, το ξέρω. Τρομάζω στα συναισθήματα. Νιώθω βαρύ το κορμί που λίγο καιρό πριν δεν καταλάβαινα την ύπαρξη του. Ένα κορμί που συχνά το συγκρατούσα για να μην πετάξει, μην αφεθεί στον αέρα και υψωθεί στα σύννεφα. Και νιώθω δύο μάτια να με κοιτάζουν συχνά, επίμονα, πεισματικά... και δεν γνωρίζω αν είναι εντός μου ή πέρα απο μένα, ή αν κρυφοκοιτάζουν απο κάπου ψηλά. Έυχομαι μόνο να ήταν τα δικά σου...
Και τρέχω στους δρόμους και χάνομαι ανάμεσα στα βήματα των περαστικών, περνάω απο σταθμούς και ζω μια ζωή "ως είς των άλλων ανθρώπων", φθαρτή και θνητή. Εγώ, η "μοναδική", η "ξεχωριστή" σου. Φόρτωσα το μυαλό μου με ένα σωρό υποχρεώσεις για να σου μοιάσω. Άδειασα την καρδιά μου. Σταύρωσα τα χέρια μου. Και ίσως σου μοιάζω.
Μα κάθε βράδυ, σου ψιθυρίζω τι νιώθω και πως ήταν σήμερα ο ουρανός απο το παράθυρο του τρένου. Για το καινούργιο μου φόρεμα, για την κούραση μου, τον πονοκέφαλο, τα γενέθλια μου. Και σε ακούω μεσα στον ύπνο μου να μου λες το "ναι" και το "να μου προσέχεις" και σου πιάνω την κουβέντα μεστα όνειρα μου. Και σε φωνάζω στους εφιάλτες μου να με σώσεις. Δεν τολμώ να σε αγγίξω.
Μου αρκεί το μακρυά. Για το αγαπημένοι μη με ρωτήσεις. Ποτέ δεν τα πήγες καλά με την αγάπη και τα παράγωγα της.


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Κύκλος με τη Διάφανη Κιμωλία



Και ντύθηκα τα ρούχα της αλήθειας μου, αυτά που είχα αφήσει καιρό στα συρτάρια της σιωπής. Και βγήκα έξω, στον κόσμο, στις φωνές, και περπάτησα ξυπόλυτη, γιατί η αλήθεια δεν σου αφήνει πληγές. Και ένιωσα ελεύθερη απο σένα και απο μένα, απο περασμένα και περαστικά. Κάηκα σε μια άυλη φλόγα, τότε, θυμάσαι; Κοίτα τα χέρια μου, αγνά ακόμη είναι. Δεν σε φοβούνται πια. Και αν τα αγγίξεις δεν θα σε νιώσουν, έμαθαν και αυτά, να ξεχωρίζουν τις μάσκες απο τα φωτεινά πρόσωπα, να διακρίνουν τους υποκριτές απο τους κριτές, τους ερωτευμένους από τους τυφλωμένους, την νίκη απο την συνθήκη, την αποπλάνηση απο την περιπλάνηση, την αίτηση απο την παραίτηση, την αίσθηση απο την παραίσθηση, το χαμόγελο απο τον περίγελο...
Γέλασα και γελάστηκα, βίωσα το διωγμό από μια γη που δεν μου άνηκε ποτέ. Προς τι η λύπη τότε, αγαπημένε μου; Μια συνάντηση ήμασταν, τυχαία μες στο πλήθος. Δυό λέξεις γίναμε στον αιθέρα, έτσι μόνο συναντήθηκαν τα χείλη μας. Εγώ το "καλώς ήρθες" και εσύ το "Αντίο".
Το τυχαίο ποτέ δεν έγινε μοιραίο. Παρέμεινε λαθραίο βλέμμα μεταξύ δύο αγνώστων στο μονοπάτι του αναπάντεχου και ύστερα πλάτη, βήματα... που δεν κατάλαβα ακόμη αν ήταν αργά και λιθόστρωτα ή γρήγορα και ανάλαφρα. Μα δεν έχει πια σημασία. Όταν κλείνει ο κύκλος, δεν έχει σημασία τι χρώμα είναι η κιμωλία, σου αρκεί το σχήμα. Και βάζεις στο κέντρο του μια σπίθα και προσμένεις να γίνει πυρκαγιά και να τον κάψει.
Ένας κύκλος, λένε, αποτελείται απο άπειρα σημεία. Ο δικός μας είναι μετρημένος στα δάχτυλα. Καταδικασμένος απο την σύλληψη του. 'Αλλο λίγο μένει για να κλείσει ο κύκλος μας... τα χέρια μας θα κρατήσουν την ίδια κιμωλία και θα σχεδιάσουν την μοίρα μας. Το τέλος θα βρεί την αρχή, θα μας μπερδέψει τόσο πολύ αυτό το παιχνίδι που δεν θα γυρίσουμε ποτέ ξανά σε αυτό.
Ύστερα θα βάλουμε τα κρύα μας δερμάτινα γάντια και θα δώσουμε τα χέρια, σαν σύμμαχοι. Σύμμαχοι στην ψυχρή εκτέλεση του ονείρου. Δεν είναι πια δικό μας, μην φοβάσαι. Κλείσε τα μάτια για να καταφέρεις να νιώσεις τις στιγμές σου απο δω και πέρα. Σου άρεσε πάντα να κλείνεις τα μάτια και εγώ σου φώναζα να βλέπεις το φως, το ηλιοβασίλεμα, τα χρώματα.
Σβήσε το φως, είναι αργά για θαύματα. Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος... μόνο κλείνει.