Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Θα Ερχόσουν;


Αν έμπαινα κρυφά απο τις χαραμάδες, σαν κλέφτης, ένα βράδυ σαν και αυτό. Αν μπορούσα, θα γλιστρούσα όπως το πρώτο φως της μέρας στο σεντόνι σου και θα περπατούσα στις μύτες για να μην σε ξυπνήσω. Θα κοιτούσα τα κλειστά σου μάτια και θα καταλάβαινα πιά τα μυστήρια του κόσμου. Μετά θα ξάπλωνα πλάι σου, στα δεξιά, θα σε ένιωθα να αναπνέεις και θα μπορούσα μεστην ανάσα σου να ακούσω κάθε κύμα να χαιδεύει την ακτή.
Θα έσκυβα απαλά πάνω στην καρδιά σου και θα ένιωθα στον κάθε χτύπο της τα βεγγαλικά κάθε γιορτής, τα βήματα κάθε χορού, τις νότες κάθε μελωδίας.
Θα έμενα μέχρι το πρωί ξάγρυπνη με μάτια ορθάνοιχτα, πιστά, να σε προσέχω απο την ψύχρα, απο το σκοτάδι, απο τα ασπρόμαυρα όνειρα σου.
Θα ταξίδευα στην κοιλάδα του λαιμό σου και θα απολάμβανα κάθε εξωτικό λουλούδι.
Θα μεθούσα απο το γλυκό κρασί τον χειλιών σου καθώς η αφή μου θα παγιδευόταν στα πιό κρυφά σου μονοπάτια και η ανάσα μου θα απλωνόταν σε κάθε σύνορο του κορμιού σου.

Μην ξυπνήσεις. Αν ανοίξεις τα μάτια σου θα χαθώ, θα σε χάσω και πάλι. Είναι τόσο δύσκολο αυτό το παιχνίδι. Συνειδητοποιείς τις αποστάσεις και ύστερα χάνεσαι. Ψάχνεις να βρεις τον εαυτό σου και πάλι. Δεν μου αρκεί αυτό το κρυφτό. Με κούρασαν οι κρυψώνες. Σε ακούω αιώνια να μετράς. Γυρισμένος στον τοίχο. Δεν με βλέπεις. Και εγώ κρύβομαι για να μην με δεις. Όμως, εγώ σε βλέπω. Μου γυρνάς την πλάτη γιατί έτσι είναι το παιχνίδι. Έχεις τα χέρια σου στα μάτια και μετράς -5-10-15- και μετράς -20-25- και μετράς -30-35-. Όλο μετράς. Και εγώ κρύβομαι. Αλλάζω κρυψώνες. Σε περιμένω να έρθεις. Να ανοίξεις τα μάτια σου. Ψάξε να με βρεις. Ψάξε με. Σε κοιτάζω ακόμα. Είμαι μακριά και περιμένω και εσύ μετράς. Άγγιξαν το άπειρο οι αριθμοί σου. Κουράστηκα να κρύβομαι. Μάτωσαν τα χέρια μου. Λύθηκαν τα φτερά μου. Σου φωνάζω. Γύρνα να με δεις. Δεν κρύβομαι πια Είμαι πίσω σου. Με όλη μου την γύμνια. Με υγρά μάτια, με χέρια ανοιχτά, γεμάτη πληγές. Σταμάτα να μετράς, σταμάτα να "τα φυλάς". Φύλα εμένα, φίλησε με. Έχω ξεχάσει πως φιλάς. Έχω ξεχάσει τη αφή σου, τη φωνή σου. Την έσβησαν τόσες. Άφησα ξένες φωνές να μου ψιθυρίζουν τρυφερά στο αυτί. Υπέδειξα σε ξένα χέρια πώς να πατούν πάνω στα αποτυπώματα σου. Χάδια και ανάσες άγνωστες να ακολουθούν τα ίχνη σου στο κορμί μου. Μα δεν μου φτάνει. Κλείνω τα μάτια να μην θυμάμαι το βλέμμα τους κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ. Και θυμάμαι τόσο καθάρια το δικό σου. Σαν να σε είδα μόλις χθες. Μα δεν σε είδα. Πάει καιρός, τόσος πολύς, αρκετός να αλλάξει κανείς πορεία, όνειρα και ζωή ακόμη. Τα άλλαξες, δεν λέω. Και εγώ έχω αλλάξει. Δεν σε συγκρίνω πια. Σε κρίνω. Κρίνω τη σιωπή σου, την άρνηση σου, το ψέμα σου.
Τι μας χωρίζει; Να το σπάσω. Τι μας ένωσε; Να το βρω. Θα στο θυμίσω στο παραμιλητό σου και εσύ θα χαμογελάσεις μέσα στην αγκαλιά μου, σαν να κατάλαβες. Και έτσι γλυκά θα ξυπνήσεις.
Θα χαθώ απο κοντά σου με μια ευχή, σαν τελευταία ανάσα. "Να έρθεις"...

Η μέρα που ήταν να έρθει σήμερα τι απέγινε, θα ξημερώσουμε ξανά μαζί;

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Λαθραία Συνάντηση


Θυμάσαι την πρώτη μας συνάντηση; Την γωνιά του δρόμου, την μεγάλη πύλη;
Πέρασα απόψε απο εκεί και κοντοστάθηκα. Έμεινα για λίγο ακίνητη πάνω στο μεγάλο σκαλοπάτι και σε περίμενα σαν τότε να περάσεις το δρόμο. Μύρισα στον αέρα το άρωμα σου και εσύ διέσχιζες το δρόμο για να έρθεις κοντά μου. Μου φώναξες κάτι απο μακριά... ένα "Ήρθες!" γεμάτο ενθουσιασμό και πόθο μικρού παιδιού και εγώ παρέδωσα στο βλέμμα σου όλους μου τους φόβους. Βουτήξαμε και οι δύο στο πρώτο κύμα. Κράτησες το χέρι μου. Μου έδωσες τη ζεστασιά σου και εγώ όλα μου τα χαμόγελα απο εκεί και πέρα. Όλα μου τα όνειρα.
Μετά μου παραπονέθηκες για τα βήματα που δεν έχω κάνει και μου έδειξες πως να κάνω το πιο μικρό βηματάκι. Εγώ ακολούθησα τα ίχνη σου, πάτησα πάνω τους σαν να ακροβατώ ανάμεσα στο σίγουρο και στο μετέωρο και έκρυψα την παλάμη μου μέσα στη δική σου.
Σου είπα "Θα φύγω γρήγορα", μου ψέλλισες το "Μείνε λίγο ακόμη" και έμεινα για πάντα και ακόμα είμαι εδώ. Κοιτούσες μέστα μάτια μου και εγώ πάλευα μην ακουστούν οι φωνές που είχα μέσα μου, μην γλιστρήσουν στα χείλη μου και προδοθώ.
"Πάρε με αγκαλιά..."με πρόδωσε με θράσος ο ψίθυρος μου. Άπλωσες τα χέρια σου, σε τύλιξα με τα δικά μου. Η ένωση, μια επαφή πέρα απο το εγώ και το εσύ, μακριά απο το χώρο και το χρόνο, απο το πριν και το μετά, απο τον αόριστο και το μέλλοντα, απο υποσχέσεις και δηλώσεις. Ένιωσα τους σφιγμούς σου να συνοδεύουν την καρδιά μου. Η εισπνοή μου γινόταν εκπνοή σου. Ήταν τόσο δυνατό για να το πιστέψουμε. Τόσο μοναδικό για να το ξεχάσουμε. Τόσο ανυπεράσπιστο για να το προστατέψουμε. Τραβηχτήκαμε. Μου είπες πως το αξίζουμε. Αξίζουμε αυτό που ζούμε, αυτό που θα ζήσουμε.
Ίσως και εσύ, σκέφτηκα, αν κάποτε περάσεις απο εδώ, τυχαία μετά απο χρόνια, να ανοίξεις διάπλατα, κάποια καλά κλειδωμένη σου πόρτα. Σφαλισμένη γερά, με σκουριασμένες αλυσίδες και λουκέτα. Σαν μια φυλακή που όλες σου οι δυνάμεις έχουν επιστρατευτεί να κλειδώνουν και να επιβλέπουν, πάντα απο απόσταση. Να αρνούνται, σαν προδότες. Δωμάτιο με υγρούς τοίχους, μα με θέα στο πέλαγος και φόντο δύο φεγγάρια, το ένα να καθρεφτίζεται μέσα στο άλλο. Και εσύ, μπορεί να θυμηθείς για μια στιγμή το άγγιγμα μου και να νιώσεις τα χέρια μου γύρω απο το λαιμό σου. Ίσως αισθανθείς και το κρύο εκείνου του χειμώνα και παραξενευτείς που σε διαπέρασε. Ακόμα και τα γέλια μας μπορεί να ακούσεις καθώς θα βλέπεις τα κορμιά μας να υψώνονται αγκαλιασμένα και να σκορπίζονται στο σύμπαν. Και θα απορείς πως γίνεται, ένα μόνο σκαλοπάτι να μας έφτασε τόσο ψηλά. Τότε, ίσως συλλαβίσεις δειλά το όνομα μου. Με ακούσεις να στο προφέρω όπως τότε, σαν να σου συστήνομαι.

Οι φωνές των φίλων μου με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Θυμήθηκα τη σιωπή σου και έτρεξα μακριά με σκυμμένο το κεφάλι... "Δεν θα ξαναπεράσω απο εδώ" σκέφτηκα δαγκώνοντας τα χείλη. Και το "εδώ" είσαι εσύ. Ένα "εδώ" τόσο κοντινό και τόσο μακρινό μαζί, που συχνά γίνεται "εκεί", άπιαστο και ακατόρθωτο, ανέγγιχτο και άϋλο, σκοτεινή και θαμμένη ανάμνηση. Και άλλες φορές, σαν σήμερα, ανοίγει μια αυλαία και ξεπηδάμε απο μέσα της εμείς με φανταχτερά κουστούμια και λαμπερά βλέμματα, με τα χρώματα της ίριδας στο πέτο. Εσύ να μου φτιάχνεις στεφάνια με σπάνια λουλούδια και εγώ να αφήνω στην χούφτα σου ένα μπουκέτο αστέρια. Πρωταγωνιστές σε μια παράσταση χωρίς σκηνικό, μονάχα εμείς και τα πρόσωπα μας, χωρίς μάσκες, τα βλέμματα μας χωρίς βροχές, τα σώματα μας χωρίς πληγές.
Μένουμε αιώνες στη σκηνή και κοιταζόμαστε σαν να είναι η πρώτη φορά και νιώθω το πρώτο ρίγος να με διαπερνά και τον τελευταίο φόβο να σβήνει, σαν να μην γνωρίζω το τέλος, σαν να μην το είδα ποτέ.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

10+1 Άχρηστα Πράγματα για την Day-Dreamer...

Ήταν ένα ηλίολουστο πρωινό όταν η day-dreamer, αγουροξυπνημένη, φορώντας τις ροζ πιτζάμες της, τις παντόφλες κουνελάκια και έχοντας στα μαλλιά μπικουτί ετοιμαζόταν να φτιάξει τσαί, παρατήρησε κάτω απο την πόρτα ένα βιολέτι φάκελο.
Τον άνοιξε προσεχτικά...
Ήταν μια πρόσκληση απο την φιλενάδα της την Christina Noe...
"Μμμμ...Να είναι πρόσκληση για να την συνοδεύσω στο Φεστιβαλ στις Κάννες... Για κάποιο φιλανθρωπικό gala... για ανελέητο shopping σε Ευρώπη και Αμερική... ή μήπως... μπααααα... προσκλητήριο γάμου δεν μου φαίνεται..." σκέφτηκε.

"Πω πω... Πρέπει να ομολογήσω... 10 συν 1 άχρηστα πράγματα για μένα;;;Ακόμα καλύτερα!!" συνέχισε η day-dreamer μόλις διάβασε την πρόσκληση.
Πήρε λίγο χρόνο για να ξυπνήσει και να πιεί το τσαγάκι της και άρχισε να γράφει...

1. (Μου πήρε λίγα λεπτάκια για να σκεφτώ το υπαριθμόν ένα άχρηστο για μένα πράγμα) Κάνω συνέχεια όνειρα και σχέδια... ακόμα και για 10 χρόνια μετά... Στα τρένα, στα λεωφορεία, όταν οδηγώ, όταν περπατάω, πριν κοιμηθώ και όταν ξυπνήσω. Δεν με πειράζει αν δεν υλοποιηθούν, μου αρκεί που έχω πλάσει στο μυαλό μου τα θέλω και τις επιθυμίες μου. Νιώθω ζωντανή και ελεύθερη μέσα στον κόσμο των σκέψεων μου, ικανή για τα πάντα ακόμα και τα πιο ακατόρθωτα!
2. Ποτέ δεν συμπαθούσα τα παιδιά, μου περνούσαν πάντα αδιάφορα, καμιά φορά μου φαίνονταν και ενοχλητικά. Ο Θεός όμως έκανε αυτό που χρειαζόταν για να τα
λατρέψω. Εδώ και ένα χρόνο κάνω ιδιαίτερα σε παιδάκια και είναι η καλύτερη μου! Έχω πλησιάσει τον κόσμο τους και έχω καταλάβει πόσο εξαιρετικές είναι οι ψυχούλες τους. Πόσο ανώτερα είναι απο τους "μεγάλους". Έχω πάρει σπουδαία μαθήματα απο τους μικρούς μαθητές μου. Παίζουμε το παιχνίδι της ανταπόδωσης : Αγάπης- Γνώσης.
3. Η καλύτερη βραδιά για μένα είναι... ένα τραπέζι δίπλα στο κύμα... με όμορφες γεύσεις και κόκκινο κρασί. Η καλή παρέα πρωταγωνιστεί στο σκηνικό της ιδανικής βραδιάς.
4. Για να πιάσουμε και λίγο διαπλανητικά το θέμα: Ανήκω στο ζώδιο του Ζυγού. Ο ωροσκόπος μου: Λέων. (προσπαθω να θυμηθώ και άλλα απο το ζωδιακό μου χάρτη για να ενισχύσω λίγο το πλανητικό σύνδρομο) Έχω επίσης την Αφροδίτη στο Σκορπιό και την Σελήνη στον Καρκίνο!
5. Μικρή ήμουν το απόλυτο αγοροκόριτσο. Τα πόδια μου ακόμα είναι γεμάτα απο χτυπήματα με το ποδήλατο! Άλλαξαν οι εποχές, άλλαξα και εγώ... Πλέον περνάω αρκετές ώρες στον καθρέφτη και κάποιες φορές η προετοιμασία μου πριν την έξοδο είναι αρκετά χρονοβόρα.
6. Πιστέυω στην Αγάπη που αντέχει τα πάντα. Στον Έρωτα που ανανεώνεται για μια ζωή και οτι κάπου εκεί έξω... υπάρχει το άλλο μας μισό. Θα γίνουν πολλά... θα δοκιμαστούμε πολύ μέχρι να το βρούμε, έτσι ώστε όταν επιτέλους έρθει στο δρόμο μας να το εκτιμήσουμε και να το κρατήσουμε κοντά μας.
7. Είμαι αρκετά πεισματάρα. Δεν θέλω απλά να γίνει αυτό που θέλω αλλά και τη στιγμή που το θέλω.
8. Στον Έρωτα αργώ να ενδώσω... Αλλά όταν το κάνω... Φτάνω στα άκρα!
9. Δεν μπορώ να κρύψω τα συναισθήματα μου. Όταν δεν συμπαθώ κάποιον ή όταν δεν μου αρέσει κάτι... θα εκφραστώ!
10. Συχνά είμαι πολύ απαιτητική με τον εαυτό μου και αυτό είναι κύρια πηγή άγχους!


Και το +1 Το Καλόοοο!!!
Φεύγω για Σπέτσες την Πέμπτη!!! Την Επόμενη εβδομάδα... για Τήνο και Μύκονο Και Αμέσως μετά Ζάκυνθο!

Στέλνω προσκλησούλα στην Φίλη μου Dust in The Wind στα αγόρια της παρέας: gianni και παλαλός και πολλές ακόμα σε όσους δεν έχουν παίξει το παιχνίδι και θέλουν να αποκαλυφθούν! Η πρόσκληση είναι ανοιχτή, δεν θέλω ντροπές!!!
Σας Φιλώ!!!

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Στην Αυλή της Καρδιάς μου




Μέσα μου παίζουν δυο παιδιά. Διαφορετικά και ίδια. Δεν ξέρω τα ονόματα τους. Τα ακούω συχνά να τρέχουν και να γελούν, να κλαίνε και να θυμώνουν, να μαλώνουν μεταξύ τους. Μα αγαπιούνται στα αλήθεια.


Στα διλήμματα μου, μου πιάνουν την κουβέντα και μου μιλούν με τις ώρες, καμιά φορά μέχρι να ξημερώσει. Και έχουν τόσο διαφορετικές γνώμες. Ακούω τις φωνές τους να υψώνονται και τα μαλώνω, μα δεν σωπαίνουν, παιδιά είναι και τους τα συγχωρώ όλα.


Είναι και τα δύο πεισματάρικα και θέλουν να περνά το δικό τους και εγώ μένω και τα προσέχω εκστατική. Το ένα μου φωνάζει, με προστάζει, "πήγαινε", "νιώσε", "μη φοβάσαι να δώσεις", "μην είσαι δειλή". Και είναι τόσο πειστικό το άτιμο. Το άλλο μου μιλά πάντα με ψιθύρους, "πρόσεχε", "φύγε", "μη!", "όχι", "θα πληγωθείς" και σε κάθε του φράση μου επαναλαμβάνει "για το καλό σου". Τα αγαπώ και δύο. Το ένα με την καρδία και το άλλο με το μυαλό. Το ένα με τους πόθους και το άλλο με τους φόβους. Μα δεν γίνεται να τα ακολουθώ και τα δύο. Η ζωή είναι γεμάτη σταυροδρόμια. Πρέπει να επιλέξεις τον δρόμο σου, πρέπει να ακολουθήσεις μια κατεύθυνση. Και εγώ στην αρχή παραπατώ, προσπαθώ να ακροβατήσω μα δεν γίνεται. Δεν μπορείς πάντα να περπατάς σε τεντωμένο σκοινί. Πρέπει να διαλέξεις πορεία.


Στους δρόμους της ζωής δεν υπάρχουν ταμπέλες, δεν υπάρχουν χάρτες. Μόνο ανηφόρες και κατηφόρες, στροφές και ευθείες. Και είναι κάτι δρόμοι που τα έχουν όλα. Μα δεν σε νοιάζει η πορεία, αλλά η κατάληξη. Η τελευταία στροφή. Οι τελευταίες εντυπώσεις.


Και εγώ πρέπει να επιλέγω, με τα μάτια κλειστά , ακούγοντας μόνο τις φωνές των δύο παιδιών, το δρόμο που θα πάρω. "Δεξιά!" μου λέει το ένα! " Τι δεξιά καλέ;;; Αριστερά θα πάμε" μου λέει το άλλο. Και εγώ σωπαίνω και παίζω το παιχνίδι τους. Μαντεύω τη φωνή που είναι πιο δυνατή και πορεύομαι.


Στο τελευταίο μας ταξίδι, το λογικό παιδί δεν ακούστηκε καν. Το φίμωσε το άλλο με χρυσές κορδέλες. Το νανούρισε γλυκά και εκείνο έπεσε σε ύπνο βαθύ. Μόνο τα παραμιλητά του άκουγα... και ένιωθα τις σπασμωδικές του κινήσεις μέσα απ' τον γλυκό του λήθαργό. Και μου ψιθύριζε μέσα από τα δόντια το "όχι" και το "πρόσεχε" και εγώ περιφρονούσα. Μου έφτανε το παιχνίδι με το άλλο... το κυνηγητό, το κρυφτό, η παντομίμα. Όλα τα παίξαμε ενώ το άλλο κοιμόταν. Πόσο γελάσαμε, πόσο φωνάξαμε από χαρά... Μια χαρά απλή, παιδική, ανεπιτήδευτη. Πόσο την απολαύσαμε αυτή τη χαρά. Μια ευτυχία από άκρη σ' άκρη. Ανοίγαμε τα μάτια μας το πρωί και νιώθαμε την ευτυχία στο κάθε τι. Στα πιο απλά πράγματα. Στο χαμόγελο της καλημέρας, στο φλιτζάνι του καφέ, στα τυχαία βλέμματα, στο άρωμα στο λαιμό. Εκεί ήταν η ευτυχία. Σε λίγες σταγόνες άρωμα στο λαιμό Εκείνου. Στη ζεστασιά των χεριών του.


Και το μικρό παιδί τα κοιτούσε όλα αυτά με τόσο θαυμασμό και καμιά φορά βούρκωνε από το ανεξήγητο των συναισθημάτων. Το πρωτόγνωρο των αισθήσεων. Και τράβαγε το φόρεμα μου και μου έλεγε "Κι άλλο παιχνίδι...Μην τελειώσει αυτό το παιχνίδι!" και εγώ του έκανα όλα τα χατίρια και χαμογελούσα. Και μου έλεγε κάθε βράδυ ότι μπορεί τα πάντα πια... να πιάσει τα αστέρια, να βουτήξει στους πιο μακρινούς ωκεανούς, να παίξει με κάθε κύμα, να αγγίξει τον ήλιο. Στα αλήθεια τα πίστευε.


Μα μέρα με τη μέρα... το άρωμα στο λαιμό εξατμίστηκε, η καλημέρα πνίγηκε στην καληνύχτα, το φλιτζάνι έσπασε, τα χαμόγελα έγιναν τυπικά, τα χέρια πάγωσαν. Ήρθε με δάκρυα και μου παραπονέθηκε...


-Γιατί άλλαξαν όλα;


-Γιατί αλλάζουν οι άνθρωποι, του είπα.


-Φταίω εγώ;


Μου ξεστόμισε μέσα απ τους λυγμούς του το μικρό παιδί.


- Αυτός που αγαπάει, δεν φταίει.


Του απάντησα και του χάιδεψα τα μαλλιά.


-Μήπως δεν έδωσα πολλά;


- Για σένα κράτησες κάτι;


Το ρώτησα τρυφερά.


-Μόνο το παιδί της λογικής, που κοιμάται.


-Ξύπνησε το, του είπα.





Έτρεξε και το ξύπνησε με δάκρυα στα μάτια.


- Ξύπνα, του φώναξε, σε έχω ανάγκη!


-Τι συμβαίνει; του είπε το άλλο νυσταγμένο.


- Μόνο εσύ μπορείς να με γιατρέψεις...


- Πονάς;


-Από αγάπη...


- Πού;


-Παντού και Βαθιά..


- Γιατί με κοίμησες;


-Για να ζήσω.


-Γιατί με ξύπνησες;


-Για να σωθώ.


- Θα σε σώσω... Τι νιώθεις;


- Ότι τον αγαπώ με ένα παθιασμένο μίσος, και ότι τον μισώ με μια απέραντη αγάπη.


- Θα σε κάνω να ξεχάσεις...


- Φοβάμαι.


- Θα σου λέω ιστορίες για τα μέρη που μπορείς να φτάσεις, κάθε βράδυ.


- Χωρίς αυτόν;


- Χωρίς...


- Μπορώ;


-Κοίτα τα φτερά σου... Έγιναν πιο δυνατά...!


- Έχεις τόσο δίκιο... Δεν θα σε ξανακοιμήσω... Θα σε ξεγελάω μόνο, λογική μου...


-Το υπόσχεσαι;


- Το υπόσχομαι...!


- Κράτησε το χέρι μου...





Και τα παιδιά παίζουν και πάλι αγαπημένα στην αυλή μου.

Τα κοιτάζω τα βράδια κρυφά, να μεγαλώνουν και να δυναμώνουν.

Το ένα να γιατρεύει τις πληγές του άλλου.

Μαζί τους γιατρεύομαι και εγώ...


Έμαθα και τα ονόματα τους.


Καρδιά και Λογική.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

Είμαι καλά...




Το λέω καιρό αλλά δεν το ένιωθα. Τώρα το αισθάνομαι. Αυτό το "καλά" καλύπτει κάθε σημείο του είναι μου. Σιγά σιγά. Σταδιακά. Ό,τι πήρε η απουσία, ήρθε να το καλύψει η ηρεμία. Ό,τι σου δίνεται πρέπει να το κρατάς γερά στα χέρια σου και να το απολαμβάνεις. Αν αυτό λέγεται μοναξιά ή απουσία ή σιωπή ή ηρεμία... για κάποιο λόγο ήρθε και να σε συναντήσει. Κάπου θα σε βγάλει ο δρόμος. Και αν είναι αδιέξοδο, μην γυρίσεις πίσω, προσπάθησε να σκαρφαλώσεις τους τοίχους, τα βουνά, τα φράγματα, τα εμπόδια, τα συντρίμμια. Απο εκεί ψηλά έχεις καλύτερη θέα. Τα βλέπεις όλα τόσο καθαρά, τόσο ανώδυνα, τόσο αλλιώτικα. Νιώθεις έξω απο αυτά και τα παρατηρείς με μάτια στεγνά, με χέρια σταυρωμένα. Και ίσως κάπου εκεί, ανάμεσα στην παρατήρηση και την θύμηση, να γλιστρήσει αθώα ένα χαμόγελο, όχι μελαγχολικό. Ένα χαμόγελο απελευθέρωσης... ικανοποίησης που έφτασες μέχρι εδώ. Δεν έχασες. Μην πεις "Έχασα χρόνο". Μην πεις "Έχασα τη μάχη". Πες "δεν έχασα τον εαυτό μου". Σπουδαίο κατόρθωμα.


Και είμαι εδώ να βλέπω ένα ηλιοβασίλεμα τόσο ξεχωριστό. Μακριά απο τα όνειρα και τα σχέδια και μακριά απο τον προορισμό μου. Πέρα πολύ. Και τώρα το κοιτάζω σαν να είναι το πρώτο μου. Σαν να είναι το μόνο. Με διαπέρασε. Και άπλωσα φτερά και το άγγιξα. Αυτά τα χέρια που ένιωθα άδεια στους δρόμους και στους σταθμούς, ήταν φτερά τελικά και τους έλειπε ο αέρας για να πετάξουν, το ηλιοβασίλεμα για να φλερτάρουν. Τόσες μέρες πέρασαν, τόσοι μήνες, τόσα ηλιοβασιλέματα. Πώς δεν τα έβλεπα; Πώς τους γύρισα την πλάτη; Πού κοιτούσα; Τόσες φωνές με προσπέρασαν. Το "ελα πάμε", το "μην φοβάσαι!". Πώς δεν αφουγκράστηκα; Πώς δεν ακολούθησα;


Είναι όμορφο τελικά να χάνεις το δρόμο σου, να αλλάζεις πορεία. Βλέπεις καινούργιες εικόνες, νέα τοπία. Ούτε που τα φαντάστηκες. Ούτε που τα ζήτησες. Προσανατολίζεσαι. Αφήνεις τους χάρτες και τα προσχέδια και αφήνεσαι στον δρόμο και πας όπου σε πάει. Σαν μια μοίρα που σε προγνώρισε και την ακολούθησες πιστά σαν μικρό παιδί που με μάτια αγνά πλησιάζει τον κόσμο.




Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

Το Ρέκβιεμ ενός Ονείρου

Άδειασα. Και να φανταστείς πριν απο μια στιγμή ήμουν γεμάτη. Μάζεψα λόγια, εικόνες και όνειρα για να στα δώσω. Χάθηκαν σε ένα λεπτό. Τίποτα δεν έμεινε. Ούτε μια λέξη, ούτε μια εικόνα έστω να μου θυμίζει οτι υπήρξε κάτι εδώ. Ξερότοπος, άγονη γη, δίχως χρώμα. Έτσι με αφήνεις. Ή έτσι με διώχνεις. Μην έρχεσαι για να φύγεις, σε παρακαλώ. Μην μου δίνεις ελπίδα, σε παρακαλώ. Γιατί εγώ νιώθω την ελπίδα σε κάθε σου βλέμμα. Μην με κοιτάς, σε παρακαλώ. Τα μάτια μου είχαν πλημμυρίσει με όνειρα και τώρα δεν τα βλέπω, τα έσβησε το πρώτο δάκρυ.

Όσο λείπεις, ξέχασα πως είναι να ονειρεύεσαι. Και όλα τα όνειρα τα έκανα χθες το βράδυ μαζεμένα γιατί σήμερα θα ερχόσουν. Δεν μ' άφησαν οι σκέψεις μου να κοιμηθώ. Με έναν αλώβητο παιδικό ενθουσιασμό, ξενύχτησα. Και θυμήθηκα, πως το ίδιο συναίσθημα το είχα μικρή κάτι βράδια ανοιξιάτικα που το πρωί θα πηγαίναμε εκδρομή με το σχολείο. Και εγώ καθόμουν ξάγρυπνη και χαμογελούσα μόνο που σκεφτόμουν το "πώς" και το "τι" του αύριο. Και φοβόμουν να κοιμηθώ μήπως και δεν ξυπνήσω εγκαίρως και χάσω την περιπλάνηση. Ένα ταξίδι σου ζήτησα στο κέντρο της Αθήνας. Μια βόλτα χωρίς ειδυλλιακές παραλίες και άρωματα καλοκαιριού, χωρίς κόκκινο κρασί και ρομαντικά κεριά. Μια επαφή ανάμεσα στην πολυκοσμία, στους θορύβους της πόλης και την βουή των αυτοκινήτων. Ένα τυχαίο άγγιγμα σου στις χειρολαβές των τρένων. Αυτό ήταν το χθεσινό όνειρο μου. Και είχα σχεδιάσει τόσο καλά κάθε λέξη και κάθε κίνηση που όταν άνοιξα τα μάτια μου το πρωί, ορθάνοιχτα γεμάτα προσμονή και ελπίδες, μου φάνηκε πως το είχαμε κιόλας ζήσει.
Εισιτήριο δεν βρήκες γι αυτό το ταξίδι. Και εγώ έχω μείνει εδώ χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Δεν ήρθες. Έμεινα στους σταθμούς χωρίς αποσκευές να ακούω την ψυχρή φωνή σου και τις βιαστικές σου λέξεις για καλημέρα. Χωρίς συγγνώμες, χωρίς ευθύνες. Δεν ήθελα συγγνώμες, εσένα ήθελα για δύο λεπτά. Έχω ξεχάσει το χαμόγελο σου. Αυτό χρειαζόμουν μόνο. Δεν θα το νιώσεις ποτέ. Δεν θα το καταλάβεις ποτέ. Δεν είμαστε το ίδιο. Και εγώ που νόμιζα...
Παραιτούμαι σήμερα. Παραιτούμαι απ'το όνειρο. Απο την προσπάθεια. Απο τις φράσεις : "Είμαι εδώ... Θα είμαι εδώ...". Απο ό,τι σε θυμίζει. Απο ό,τι ξέχασες εδώ και εγώ το κράτησα για να στο δώσω όταν θα γυρίσεις. Δεν θα γυρίσεις. Και ίσως ποτέ να μην ήσουν εδώ. Σε περίμενα τόσα βράδια. Κάθε βράδυ. Και ένιωθα κάτι αιχμηρό να με διαπερνά απο άκρη σε άκρη και έπιανα το στέρνο μου για να ελέγξω αν αιμορραγώ.

Θα ξεχάσω, θα δεις. Θα πάψω να συγκρίνω. Θα πάψω να αναζητώ το βλέμμα σου στους συνωστισμένους δρόμους, το άρωμα σου στους τυχαίους άντρες, τη φωνή σου σε κάθε χτύπημα του τηλεφώνου. Εσύ μπόρεσες. Θα τα καταφέρω... Ευχήσου μου καλή τύχη αγάπη μου... Είναι δύσκολος ο δρόμος της επιστροφης στον παλιό μου εαυτό. Είναι δύσκολο να επιβάλλω στα συναισθήματα σιγή. Η ελπίδα λένε, πεθαίνει πάντα τελευταία... Η δική μου είχε πάρει εδώ και καιρό παράταση. Σήμερα χάθηκε και αυτή μαζί με εσένα. Δεν θέλω να σκέφτομαι το "ποτέ". Κάθε φράση συνοδεύεται πλέον απο ένα "ποτέ". Το φοβάμαι. Με φοβάμαι.

Σ'αγαπώ... Δεν σ'αρέσει αυτή η λέξη το ξέρω. Δεν ήθελες ποτέ να στη λέω. Μόνο αυτή έχω. Δεν έχω ευχές για τον αποχαιρετισμό. Ούτε και αισιόδοξα χαμόγελα. Συγγνώμη.


Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Τα Γενέθλια του κ. Εξαρτάται

Το θυμάσαι καλά... Δεν μπορεί να κάνεις λάθος. Σήμερα έχει γενέθλια. Και γκόμενα καινούργια έχει αλλά δεν φαίνεται να το θυμάσαι τόσο συχνά. Σου το είπε ανοιχτά σε ένα απο αυτά τα ηλίθια τυπικά τηλεφωνήματα που παίρνει ο ένας τον άλλον έτσι για να το παίξει large και οτι δεν τρέχει τίποτα και "απλώς πήρα να δω τι κάνεις". Εννοείται όχι για επανασύνδεση. Είναι αυτές οι κλήσεις οι κοφτές, που τις καταλαβαίνεις πριν να δεις την αναγνώριση. Χτυπάνε δειλά, το πολύ μέχρι τρείς φορές. Βλέπουν πως δεν το σηκώνεις και το κλείνουν και μετά δεν ξαναπαίρνουν. Μέχρι που έρχεται η μέρα που και αυτά τα τυπικά σταματούν και αρχίζει η σιωπή και μπαστακώνεται η απουσία μεστο σπίτι σου και αγγίζει όλα σου τα πράγματα. Μέχρι και στο κρεβάτι σου ξαπλώνει η αναιδέστατη και διεκδικεί το σεντόνι σου.

Το θέμα τελικά είναι οτι σήμερα έχει γενέθλια... η μάλλον το θέμα είναι οτι μαζί με γενέθλια "υπάρχει κάτι καινούργιο στη ζωή" του. Στο είπε με καμάρι. Και αυτό είναι και σχέση. Και αυτό σου το είπε με καμάρι. Όχι σαν εσένα... που σου έλεγε να ζείτε το τώρα και να είστε καλά και οτι δεν μπορεί τις σχέσεις. Και εσύ τα κατάπινες αμάσητα και σ' άρεσε και η γεύση.

Και τον ρώτησες δεν άντεξες... πώς και με εκείνη δεν αναδύεται το ψυχολογικό του σύμπλεγμα περί δέσμευσης. Την απάντηση τη θυμάσαι. "Εξαρτάται". Δεν υπάρχει τίποτα πιο εκνευριστικό απο το να σε ξυπνάει η μάνα σου σάββατο πρωί στις 8 με την ηλεκτρική σκούπα και απο το άκουσμα του "εξαρτάται". Γιατί όταν ο Αριστοτέλης ανέπτυσσε την θεωρία του περί της τελειότητας της μεσότητας, σαφώς και δεν συμπεριέλαβε την περίπτωση του "εξαρτάται".
( ΝΑΙ- εξαρτάται- ΟΧΙ. ) Και αυτό το "εξαρτάται" κάποιες φορές είναι τόσο βασανιστικό, όχι γιατί είναι αβέβαιο αλλά επειδή κρύβει μέσα του την αλήθεια που δεν σου αποκαλύπτεται ποτέ. Και το νιώθεις ώρες ώρες σαν το κινέζικο βασανιστήριο της σταγόνας. Κάθε σταγόνα και "εξαρτάται", αργά και βασανιστικά. Μόνο που αυτή η σταγόνα ποτίζει μέσα σου και γίνεται χείμαρρος και σε πνίγει. Με τον καιρό το συνηθίζεις και μαθαίνεις κολύμπι.

Σκέφτηκες να τον πάρεις να ευχηθείς. Όχι σου έλεγαν όλες οι φωνές μέσα σου. Για πρώτη φορά, καρδία, λογική και ένστικτο συμφωνούσαν. Μέχρι και η καρδιά πήγε με το μέρος τους. Φαντάσου πόσο πόνεσε. Αυτά γίναν το προηγούμενο βράδυ. Γιατί σήμερα, ανήμερα της γέννησης του ακατανόμαστου ξύπνησες με τσαμπουκά. Στρίμωξες όλες σου τις υποχρεώσεις και εξόδους τόσο πολύ που δεν προλαβαίνεις να βρεις το όνομα του στη λίστα του κινητού. Κακώς υπάρχει ακόμα αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.

Ενώ ετοιμαζόσουν να φύγεις και είχες ξεχαστεί ανάμεσα στα φρου-φρου και τα αρώματα, το κινητό άρχισε να κουδουνίζει μανιασμένα...καλώς τα δέχτηκες, το είχες βάλει και υπενθύμιση... τότε, τον καιρό της χάριτος. Διαγράφεις, απαξιείς και βγαίνεις απο το σπίτι. Θα ξεχαστείς, έχεις βάλει τα δυνατά σου να προσπεράσεις. Πως κατά μια διαβολική σύμπτωση άκουγες απο παντού την σημερινή ημερομηνία, ανεξήγητο. Μπήκες στο αυτοκίνητο και άνοιξες το ράδιο. "Παρασκευή σήμερα 3ο του Μάη, Καλημέρα σας!" είπε η εκφωνήτρια με αισθησιασμό 9 το πρωί. Ποιός τους είπε οτι έχουμε ανάγκη απο υπενθύμιση της ημερομηνίας και στο λένε κάθε λίγο και λιγάκι δεν ξέρω. Έβαλες CD. Απορροφήθηκες μέσα στο πλήθος των υποχρεώσεων που ανέλαβες για σήμερα και τις έκανες τόσο ευχάριστα, τόσο πρόθυμα σαν να ήταν πράγματι σωτήρια για σένα. Μα ήταν;
Σκοτείνιασε... μετά απο πολύ τρέξιμο πήρες το δρόμο του γυρισμού και ένιωθες τόσο απαλλαγμένη που δεν υπέπεσες στον πειρασμό... που προσπέρασες. Και πάνω στην απελευθέρωση και στην ηρεμία ήρθε ένα τραγούδι, λες και κάποιος που σε κοιτούσε απο μακριά, μόνη στο αυτοκίνητο με τα παράθυρα ανοιχτά να οδηγείς αμέριμνη και να νιώθεις σαν νικητής στο γύρο του θριάμβου πάνω στο χρυσό σου άρμα... πάτησε το play και σου έβαλε τρικλοποδιά. Σαν απομηχανής Θεός που δεν ήρθε για να σε σώσει αλλά για να δοκιμάσει τις αντοχές σου, "Το πιο ωραίο τίποτα" της Ευσταθίας άρχισε να παίζει...

Γύρισες στο σπίτι, έψαξες, το βρήκες και του το έστειλες. Τι κακό μπορεί να κάνει ένα τραγούδι; Πόσο χαμηλά μπορεί να σε ρίξει μια ευχή;
Αδυναμία δεν είναι η Αγάπη. Αδυναμία είναι να την αγνοείς. Να μη λες ευχαριστώ.

Χρόνια σου Πολλά. Και αυτό δεν δέχεται "εξαρτάται"...


Το πιο ωραίο τίποτα- Ευσταθία

Θυμάμαι πως τις πιο ηλιόλουστες γιορτές
τις περάσαμε μαζί εμείς οι δυο
τις εξασφαλισμένες μας τις Κυριακές
μέσα στο σπίτι με dvd και παγωτό
Θυμάμαι επίσης μια μικρή εκδρομή στην εξοχή και τ΄άρωμά σου
κι όλα αυτά όχι βέβαια επειδή σήμερα έχεις τα γενέθλιά σου

Χρόνια πολλά χρόνια σου πολλά μωρό μου
όμορφα κι ευτυχισμένα
σ΄έχω πάντα μέσα στο μυαλό μου
να΄σαι καλά έστω και χωρίς εμένα
Τις πιο μικρές κι αθώες μας στιγμές
τα πιο ανούσια πράγματα του χθεςτο πιο ωραίο τίποτα μαζί σου το΄χω ζήσει
Όλα τα ηλίθια ανέκδοτά μας
και όλα αυτά που γίνανε δικά μας
ένα χαλασμένο μηχανάκι που μας άφηνε στο δρόμο
θα μου λείψει

Θυμάμαι πράγματα θυμάμαι εποχές
μα τι βγαίνει απ΄όλα αυτά στ΄αλήθεια δε γνωρίζω
μια σχέση που ξεκίνησε μετά Χριστόν
στην Αθήνα μέσα σ΄ένα λεωφορείο γκρίζο
Κι όταν τα θυμάμαι όλα αυτά
κάτι με πιάνει και το μυαλό θολώνει
κοιτάζοντας τα ζευγαράκια μεσ΄τα μπαρ
από πείσμα λέω καλύτερα που είμαι μόνη