Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Δρόμοι Παλιοί και Νέοι

Περάσαν δύο χρόνια και δεν θέλω να θυμάμαι πως πέρασαν οι νύχτες και οι μέρες σε μια σιωπή εκκωφαντική να μου τρυπάει τα σωθικά. Να χαζεύω αμέτοχη την προσμονή, κρεμασμένη σαν παλιό καπέλο πλάι στην πόρτα.

Οι προσευχές μου τυλίχτηκαν με κλάματα, να παρακαλώ την Αλήθεια να μου αποκαλυφθεί, να μου ανοίξει τα μάτια, να μου πλύνει τα χέρια, να μου σκουπίσει τα δάκρυα.

Προσπάθησα πολύ. Άλλοτε καρτερικά και συνετά και άλλοτε σαν τρικυμία να ξεχύνομαι, να κυνηγώ το θέλω. Να ψάχνω τι αρκεί και τι μου φτάνει. Να αναζητώ για ποιόν δρόμο γεννήθηκα και αν με αντέχει.

Και ήρθες εσύ σε ένα λιμάνι, ενώ στεκόμουν με μια βαλίτσα όνειρα, να μου κουβαλήσεις την τρύπια μου καρδιά μέχρι να ανέβω στο καράβι. Με ένα χαμόγελο παιδικό, να μου θυμίζει τον εαυτό που είχα κάποτε και ξέχασα σε μια άδεια πλατεία στην Αττική. Σε μια πάλη χρόνια, να κλείσω πληγές, να γεμίζω πρόχειρα μπαλώματα Και ύστερα άκουσα την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά για μένα, πλαγιάζοντας στο στήθος σου και θυμήθηκα τους χτύπους της δικής μου καρδιάς που άφησα ένα βράδυ στο χαλάκι του κάποτε. Και μετά κοιμηθήκαμε αγκαλιά σε ένα μονό κρεβάτι, τόσο ζεστό και άνετο... σαν να ενώθηκαν όλες οι γέφυρες του κόσμου και μας δείχναν τα αστέρια. Φοβήθηκα. Ποιός είσαι εσύ και ποιά είμαι εγώ. Δύο άγνωστοι που γίνανε γνωστοί εν μια νυκτί. Φοβήθηκα. Γιατί ήταν η παρουσία σου τόσο έντονη για να ξεχάσω στιγμιαία.


Και εκεί κάπου χάθηκα. Το σώμα έδωσε και η καρδιά έμεινε να κοιτάει από απόσταση.

Θυμωμένο και συνεσταλμένο παιδί σε μια γωνιά κάποιας γιορτής που αρνείται να σηκωθεί να χορέψει. Το έσπρωξα απαλά και του άπλωσα και τα δυό μου χέρια σαν αγκαλιά.

-Έχασα μια φορά τα βήματα και έμεινα μόνη στη σκηνή...

-Μαζί σου ήμουν. Θυμάμαι.

-Τρέμουν τα πόδια μου.

-Θυμάμαι.

Μας κορόιδευαν οι αναμνήσεις από τη γωνία και μας έδειχναν, γελώντας, με το δάχτυλο.

Κλείσαμε τα μάτια και τα αυτιά μας. Μα κάτι έμεινε να μας καταδιώκει μέσα μας. Συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες μας και εμείς δεν συγχωρούμε τον εαυτό μας. Γίναν τοίχοι τα παράθυρα και εμείς μείναμε να κοιτάμε τον τοίχο. Χωρίς όνειρα. Χωρίς να περιμένουμε να χτυπήσει η πόρτα. Χωρίς γράμματα από ιππότες. Μόνοι εκεί στη σιωπή, στο σκοτάδι γιατί αυτό δεν μας πληγώνει πια. Το απενοχοποιήσαμε στις δίκες του χειμώνα. Αθώο το παρελθόν και ο πόνος του, πόνος χωρίς πόνο. Και η καρδιά αφημένη εκεί, αφηρημένη έννοια, σαν το φάντασμα του πάρτυ να στέκεται και να παρατηρεί.

Άκου καρδιά. Είναι δική μας η χαρά και μας αξίζει. Βγάλε τα στενά παπούτσια της μοναξιάς σου και λύσε το μαντήλι. Κάθε τραγούδι χορεύεται αλλιώς. Κάθε χέρι σου δείχνει άλλο δρόμο.

Κάθε αγκαλιά σε πάει άλλο ταξίδι.

Σήκω...

Δεν σε γνωρίζει κανείς σε αυτό το χορό για να σε κρίνει.

Ούτε και εκείνος ξέρει τα βήματα. Κράτησε του το χέρι.

Άκου τη μελωδία...
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ' ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ
Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες
Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε

Δεν υπάρχουν σχόλια: