Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Τα τυπικά τηλεφωνήματα

"Τι κάνεις εσύ γενικά; Πώς ήταν η μέρα σου;" την ρώτησε εκείνος.



Εκείνη σώπασε για λίγο προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά...
Είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωινό σίγουρη οτι θα έβλεπε κάτι απο εκείνον στο κινητό της... Ένα μήνυμα, μια κλήση... Μα τίποτα... Σηκώθηκε απο το κρεβάτι πείθοντας τον εαυτό της οτι εκείνη η μέρα θα ήταν πιο φωτεινή απο τις προηγούμενες. Αλλιώτικη. Πείστηκε...
Ετοιμάστηκε. Κοίταξε τον εαυτό της πολλές φορές στον καθρέφτη. 'Εφτιαξε τα μαλλιά της όπως του αρέσουν, έβαλε το χρώμα που του άρεσε στα χείλη της και ντύθηκε το αγαπημένο του άρωμα, σαν να επρόκειτο να τον έβλεπε... Έστω και τυχαία.
Βγήκε απο το σπίτι και έφτασε στο σταθμό του τρένου. Κοίταξε προσεχτικά γύρω της, μήπως είναι κατα τύχη κάπου εκεί. Άγνωστα πρόσωπα. Άγνωστα σώματα. Την παρέσυραν με τον ρυθμό τους μέσα στο βαγόνι.
Το τρένο ξεκίνησε. Ο θόρυβος του τρένου, τα βήματα των ανθρώπων, οι ομιλίες τους ήταν όλα αθόρυβα, βουβά. Τα χρώματα της άνοιξης στα παράθυρα του τρένου έμοιαζαν διάφανα, άυλα... σχεδόν ειρωνικά.
"Δεν έχει νόημα" σκέφτηκε και η σκέψη της ήταν τόσο δυνατή που της φάνηκε οτι την άκουσαν οι άγνωστοι επιβάτες και σαν το χορό μιας τραγωδίας την κοίταξαν με βλέμμα επιβεβαίωσης... σαν να ήξεραν και αυτοί.
Είχε περάσει κιόλας 3 σταθμούς και έμεναν άλλοι τόσοι για να φτάσει στον προορισμό της. Αδιαφόρησε... Δεν ήταν ο προορισμός που ήθελε να φτάσει... Ήταν απλά ο προορισμός του "πρέπει" και εκείνη ήθελε τέρμα το σταθμό "Θέλω", που ήταν εκείνος... Μα δεν μπορούσε πια να φτάσει εκεί. Κατέβηκε στον επόμενο σταθμό, τόσο βιαστική. Ανέβηκε στη γέφυρα και άλλαξε κατεύθυνση. Πήρε το τρένο του γυρισμού.
Στο σπίτι επέστρεψε με ένα μεγάλο μπουκέτο χρωματιστά λουλούδια που αγόρασε στο δρόμο της επιστροφής. Μόνο εκείνα μπορούσαν να της θυμήσουν οτι ήρθε η άνοιξη, της αλλαγής και του έρωτα. "Της αλλαγής σίγουρα" αναφώνησε καθώς τα έβαζε σε ένα βάζο όλο δροσιά και ζωή.
Εκείνη τη μέρα έκανε πολλά πράγματα. Διάβασε τα γράμματα του, εκείνα που ήξερε απέξω και συχνά τα ψιθύριζε και μέσα στον ύπνο της, για πολλοστή φορά. Έφαγε χαμογελώντας καθώς θυμόταν τις στιγμές που τρώγανε μαζί, τα πειράγματα, τα λόγια, τα χάδια. Μετά ξεφύλλισε κάτι ξεχασμένες σημειώσεις του, γεμάτες μουτζούρες και περιέργα σχέδια που έκανε ασυναίσθητα μιλώντας στο τηλέφωνο. Κύβους, ρόμβους, μαργαρίτες, υπογραφές με το όνομα του. Λέξεις βιαστικά γραμμένες, συγκεχυμένες που χρήζαν αποκρυπτογράφηση. Αλλα εκείνη τις καταλάβαινε, μόνο αυτός και εκείνη. Και έτσι ένιωθε κοντά του, κομμάτι του.
Βουτηγμένη στις σκέψεις και τις αναδρομές δεν θυμάται πόσες ώρες πέρασε έτσι, μέσα στην γλυκόπικρη νιρβάνα της θύμησης του. Δεν αναρωτήθηκε όμως στγμή αν το ίδιο ένιωθε και εκέινος. Μάλλον γιατί δεν ήθελε να αποδεχτεί την άρνηση. Το "όχι", το "δεν", το "μη" του της φαίνονταν βασανιστικά και τα έδιωχνε απο τη σκέψη της. Μόνο απο εκεί μπορούσε, γιατί στην καρδιά της έμοιαζαν με ηχώ... που όλο επαναλαμβάνεται και όλο πονάει. Δυστυχώς η καρδιά δεν έχει αυτιά να τα κλείσεις, απλώς υπομένεις.
Όλα αυτά έφεραν μαζί τους ένα αεράκι που της πάγωνε το κορμί απο άκρη σε άκρη, μέσα και έξω. Σκέφτηκε να λιώσει τους πάγους με ένα ζεστό μπάνιο. Αλλά η απουσία του συνέχιζε να την βασανίζει. Κουλουριάστηκε στην άδεια μπανιέρα και ένιωσε να πνίγεται. Η απουσία ειναι ωκεανός, απέραντος και βαθύς.
Τυλίχτηκε με την πετσέτα. "Όλα θα πάνε καλά, θα δεις!" παρηγόρησε τον εαυτό της και του χαμογέλασε δειλά στον καθρέφτη. Η ελπίδα φώλιασε μέσα της. Μάταιη; Ποτέ η ελπίδα δεν είναι μάταιη. Τουλάχιστον γιατρεύει έστω και προσωρινά. Ακόμα και μια στιγμή επιφανειακής γιατρειάς την λύτρωνε.



"Τέλεια!" του απάντησε με τόση σιγουριά που σχεδόν έπειθε και τον εαυτό της. Ακούστηκε τόσο ικανοποιημένη. Και πράγματι ήταν. Ικανοποιημένη που τα δάκρυα δεν γίνονται αντιληπτά απο το τηλέφωνο.