Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Διάλογος - Επίλογος

Ένας χρόνος σκατά.
Με προσμονή και ονειροπολήσεις.
Θυμώνω.
Έχω δικαίωμα.
Μαλώνω τον εαυτό μου και μετά τον καλοπιάνω.
Έχω μείνει ένα χρόνο πίσω.
Στο περίμενε και στις αναζητήσεις.
Να ανοιγοκλείνω τα παντζούρια της ψυχής μου.
Να ξεσκονίζω τα φτερά μου.
Να κάνω χάρτες και να ακολουθώ τελικά την άγνωστη κατεύθυνση.
Είμαι ένα χρόνο πίσω. Σου έχει τύχει;
Εκεί που οι άλλοι συνεχίζουν και αλλάζουν παραστάσεις,
μπλέκουν σε άλλες ιστορίες, αλλάζουν πρόσωπα;
Εσύ στάσιμος μέσα στην υπερκινητικότητα σου.
Ένα άγαλμα στην πιο κοσμοπολίτικη πλατεία της πόλης.
Σαν εκείνα που δείχνουν κάπου μακριά
ή κρατάνε με τιμή την καρδιά τους.
Μου σάπισε το όραμα. Μου μάτωσε η καρδιά.
Και οι άλλοι περνούν, προσπερνούν. Διαβάζουν το όνομα μου.
Κουνούν το κεφάλι. Με βγάζουν φωτογραφία. Προσπερνούν.
Άλλοι ούτε καν με κοιτούν.
Περπατούν αγκαλιά, πάνε σινεμά, τρώνε παγωτό.
Δίνουν φιλιά και λένε αστεία. Ζηλεύω τα γέλια τους.
Ζηλεύω τους περιπάτους τους.
Με χαράζουν στη ψυχή τα βήματα απο τα χιλιοπατημένα
τους παπούτσια.
Και εγώ χαζεύω. Χαμογελώ και ντύνομαι τη λευκή μου ύπαρξη.
Η καρδιά μου αγαλματάκι ακούνητο. Πώς να μπαλατζάρει;
Άτακτο σώμα, ζωηρό. Καρδιά με δεκανίκια.
Αφού ένιωσες γιατί δεν μπορείς να ξανανιώσεις;
Αφού χτύπησες δυνατά μια φορά γιατί δεν χτυπάς και πάλι;
Τι σωπαίνεις μωρέ;
Έχεις καιρό να χτυπήσεις δυνατά, να χαθείς στο παραλήρημα
Να πετάξεις ενώ τα πόδια σου αγγίζουν το έδαφος.
Νιώσε. Νιώσε. Χτύπα. Γιατί δεν χτυπάς; Γιατί δεν σε ακούω πια;
Γιατί δεν μου ζητάς πια; Ζήτα μου να πάμε κάπου.
Θες να πάμε εκεί πάλι; Στο σπίτι του;
Να περιμένουμε να τον δούμε στα κλεφτά; Δεν απαντάς.
Θες να ανέβουμε τη γέφυρα;
Να κρατάμε ένα δώρο παιδικό με κορδελάκι; Να του δώσουμε;
Δεν απαντάς.
Να του πούμε να κλείσει τα μάτια. Να ανοίξουμε τα χέρια.
Να τον φιλήσουμε. Θέλεις;
Δεν απαντάς. Δεν αντιδράς. Δεν χτυπάς.
Μόνο κόμπους στέλνεις στο λαιμό.
Μόνο αφήνεις τα χείλη μου στεγνά.
Δεν θες το ένα. Δεν σου αρέσει το άλλο.
Θέλεις να γυρίσεις πίσω αλλά δεν γίνεται.
Στο λέω. Δεν μας θέλει. Πάλι δεν απαντάς.
Κάναμε άνοιγμα. Κάναμε βήματα. Άλματα. Και πήγαμε πίσω.
Μην κλαίς. Πίσω πήγαμε.
Προσπάθησα να σε γιατρέψω με λάθος τρόπους. Δεν ήξερα.
Είχα ξαναγαπήσει νομίζεις; Και εγώ που να ήξερα;
Μήπως είχαν νιώσει οι φίλοι μου; Οι φίλες μου;
Σχέσεις του κώλου για το δήθεν. Που να ξέρουν και αυτοί;
Βουλιάξαμε ένα χρόνο. Γεμίσαμε πληγές. Έτσι είναι το παιχνίδι.
Αυτός μας είχε προετοιμάσει. Μη τον κατηγορείς.
Όλα τελειώνουν κάποια στιγμή, μας είχε πει.
Μη μου πεις τώρα για το πως μας κοιτάζει
και το μούδιασμα στο κορμί του!
Ένα χρόνο με ανοιχτές πόρτες για να έρθει, παγώσαμε.
Γέμισε το γραμματοκιβώτιο του μυρωδάτους φακέλους με το έλα.
Τι να φοβάται μωρέ; Παράτα με. Θα τσακωθούμε πάλι.
Κλείνω τα αυτιά μου. Μόνο τότε σου έρχεται να μιλήσεις.
Έκανα τόσα πολλά για να σε γιατρέψω και τα έκανα χάλια.
Συγχώρεσε με. Η απειρία βλέπεις. Εγώ δεν ήξερα απο πληγές.
Φορούσα πάντα πανοπλία. Με ξεγύμνωσε και τι κατάλαβε;
Τι καταλάβαμε; Ένα χρόνο πίσω.
Με εμένα να έχω μείνει στο Μάρτη του 08
και με όλους τους άλλους να γυρίζουν γύρω μου σαν τις μέλισσες.
Γι αυτόν δεν θα σου πω
γιατί εκεί είναι που δεν ακούω ούτε την ανάσα σου και τρομάζω.
Έμπλεξα και μπλέχτηκα με άκυρους.
Ούτε μια στιγμούλα μου δεν ένιωσαν.
Τους χρησιμοποίησα για να πάω παραπέρα.
Έπεσαν πάνω μου να με κατασπαράξουν. Να τους δώσω θέλαν.
Τι να δώσω;
Και εσύ δεν απαντούσες.
Μου έστελνες ένα ρίγος να με διαπεράσει για να με τιμωρείς.
Και σκέπαζα το σώμα μου να μην κρυώνει. Έτσι είναι το παιχνίδι.
Πρέπει να τελειώνω τα τελειωμένα. Να τελειώνω ότι αρχίζω.
Να μην αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς εντός μου και εκτός μου.
Να ξεχνάω.
Τώρα πια Μόνη μου με Σένα. Να σου μιλώ τα βράδια.
Και εσύ να σωπαίνεις. Να μου κρατάς μούτρα που σε έκανα κομμάτια.
Θα γίνουμε καλά... κάθε βράδυ στο λέω και δεν με πιστεύεις.
Μου λες πως δεν μας έμεινε τίποτα. Πως τα χέρια μου είναι άδεια.
Πως τα όνειρα μου δακρύζουν. Πως οι άγγελοι μας λυπούνται.
Και εγώ να λέω δύο καληνύχτες μια για σένα και μια για κείνον.
Και ας του λέει και άλλη. Και ας μου το τρίβει στη μούρη.
Μια καληνύχτα παραπάνω τι κακό του κάνει;
Θα φύγουμε σε άλλα όνειρα απόψε για να μη μου κλαις άλλο.
Θα σε προστατέψω, θα σε λούσω, θα σε ντύσω, θα σε στολίσω με ροζ και βιολετί που σου αρέσει. Να παίξεις και πάλι. Να γελάσεις.
Να χτυπήσεις δυνατά όχι απο συναισθήματα, απο χαρά.
Να χαρείς ψυχή μου. Σου έλειψε η χαρά.
Θα σε πάρω αγκαλιά να σου λέω πως σ'αγαπώ εγώ και πως αξίζεις.
Αξίζεις πολλά.
Θα έρθει ένα αεράκι δροσερό, να σου ανεμίσει τα μαλλάκια, να σου
χαϊδέψει το λαιμό, να σου μιλάει στο αυτί.
Για το μετά μη με ρωτάς. Γευόμαστε τη στιγμούλα, δεν είπαμε;

Κλείνω τα μάτια με μια προσευχή: Μόλις ανοίξω τα μάτια το πρωί... Να έχω ξεχάσει.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Ένας Αιώνας μετά το Χθες...



Απόψε χάθηκα ανάμεσα στο χολ και στα υπνοδωμάτια. Ένιωσα το χάος της ψυχής μου. Χαμογέλασα με το πόσο αστεία δείχνω. Εύθραυστη εδώ και χρόνια. Σκληρή εδώ και καιρό. Ηθοποιός της αδιαφορίας. Κοιμήθηκα με το βιβλίο του Μικρού πρίγκηπα και πάλι στα χέρια και στα όνειρα μου γαντζώθηκα σε ένα αερόστατο όλο χρώματα και σύννεφα.
Περνάω μια περίοδο που άλλοι έχουν περάσει ήδη. Ήμουν πάντα εκτός τόπου και χρόνου, το ξέρω. Ώριμη για μικρή. Παιδί για μεγάλη. Πρώτα μίλησα ορθολογιστικά και μετά περπάτησα δειλά. Η θεωρία μου προηγείται της πράξης μου, αυτό είναι το κάρμα μου.
Ακόμα κάνω σχήματα στον τοίχο με τα χέρια, παπάκια, αλογάκια και κύκνους, πάντα ερωτευμένα. Ακόμα γελάω δυνατά σε δημόσιους χώρους και χαζεύω τα χρωματιστά βεγγαλικά με το στόμα ανοιχτό. Ακόμα ζωγραφίζω σπιτάκια και ακόμα και τώρα δεν κοιμάμαι αν δεν κοιτάξω τα αστέρια που έχω κολλήσει στον τοίχο. Φαντάζομαι ακρογυαλιές για να κοιμηθώ και σχέδια στην άμμο. Γυμνά πόδια να παίζουν στα βότσαλα και το φεγγάρι να τρεμοπαίζει σε καθαρά νερά.
Και τώρα είναι που θα μιλήσω για σένα. Αν ήξερες τι περνάνε τα όνειρα μου απο τότε... ίσως και να μην έφευγες ποτέ. Αυτή που αγάπησες διαλύεται μέρα με τη μέρα. Ξεχνάει τα παιδιάστικα και θυμάται των μεγάλων.
Θέλω να βρεθούμε στο παγκάκι των ονείρων μας και πάλι. Να με πάρεις απο το χέρι και να μου πεις που να πατήσω για να φτάσω πιό ψηλά. Αν ήταν αληθινά όλα αυτά, πώς γίνεται να τα ξεχνάς; Και αν ήταν ψέμα πώς δεν γίναν αλήθεια αφού ήταν τόσο δυνατά;

Με εξάντλησαν οι καφέδες με τους δήθεν. Οι λέξεις "φάση", "περνάμε καλά", "ότι κάτσει"...
Με βάρυνε η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι τους.
Φοράω λοιπόν τα φτερά μου και σε περιμένω. Ένα χρόνο μετά και δύο αιώνες. Οι ψυχές μένουν ίδιες. Τα όνειρα ζουν κάπου ψηλά. Διαβάζω τα greeklish σου, ενός Σεπτέβρη του 07...
ελπίδες που σκορπίσαν... πήρα καλάθι και τις μαζεύω απο τους χάρτες... Οι καρδιές δεν ξεχνούν. Δεν ζητώ τον μεγάλο έρωτα. Ζητώ ένα χέρι γνώριμο. Ένα χαμόγελο που μου δινόταν πάντα. Ζητάω πολλά;
Μόνο μια χάρη... μη με πεις φαντασμένη... λέγε με απλά ονειροπόλα... Μόνο έτσι θα γυρίσω στο πλήθος. Εγώ η ονειροπόλα και εσύ το όνειρο. Πώς να υπάρξω χωρίς να με εμπνεύσεις; Πώς να αναπνεύσεις αν δεν σε ζωντανέψω στα κλειστά μου μάτια;
Αν δεν σε είχα μυρίσει θα έλεγα οτι είσαι ένα τριαντάφυλλο σαν όλα τα άλλα.
Αν δεν είχα πληγωθεί απο τα αγκάθια σου θα έλεγα πως όλες οι πληγές είναι ίδιες.

Ξαναγεννιέμαι απο τις στάχτες μου με μια σου εικόνα, είναι τόσο δυνατή η ανάμνηση τελικά... Και να φανταστείς οτι κάηκα απο τα δικά σου χέρια.

Θα σε περιμένω απόψε στο γνωστό παγκάκι... Δύο φτερουγίσματα απο την πύλη των ονείρων. Θα κρατώ την καρδιά μου στα χέρια για να με αναγνωρίσεις.
Θα μου χαμογελάσεις όταν έρθεις τρυφερά και θα μου κρατήσεις το χέρι.
Μη με ρωτήσεις που θα πάμε απόψε, παραλία ή πλαγιά με θέα, ηλιοβασίλεμα ή γλυκειά βραδιά καλοκαιριού. Διάλεξε εσύ. Εμένα μου αρκεί που ήρθες.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Όνειρο στο Βήμα...

Περπατούσε σκεπτική στο δρόμο χωρίς να τη νοιάζει για ονόματα οδών και διασταυρώσεις.
Ήξερε οτι ο δρόμος έχει πάντα το όνομα που του δίνεις. Ήξερε θεωρίες περι αγάπης, περι έρωτος, συμβουλές και γραμμένα, είχε διαβάσει, είχε ακούσει, είχε συζητήσει στην παραλία ένα καλοκαίρι με κάτι φίλους που μετά έγιναν γνωστοί. Θεωρίες και εκφράσεις. Ορισμοί για το συναίσθημα, για το αίσθημα. Συνεντεύξεις απο αυθεντίες, ποιητές και συγγραφείς, μουσικούς και καλλιτέχνες. Τι είναι η αγάπη; Αγάπη και Προδοσία. Εκδίκηση και Μίσος.
Δώσε Ορισμό. Πες μας τι νιώθεις. Εμπειρίες ξένων γεμάτες ακρίβειες και ανακρίβειες.
Τόσες αναλύσεις... Είναι περίεργο πλάσμα ο άνθρωπος τελικά... του αρέσει η ανάλυση. Και όσο πιο δυσνοήτες του φανούν οι λέξεις τόσο πιο μικρός νιώθει ανάμεσα στο τυφλό μυστήριο των αισθήσεων και των αισθημάτων. Δεν είχε γνωρίσει κάποιον που να μην ενθουσιαζόταν με αναλύσεις και εξομολογήσεις. Αναστενάζουν κρυφά που δεν το νιωσαν και μαγεμένοι πηγαίνουν να κοιμηθούν ελπίζοντας να ζήσουν μια στιγμούλα απο τις δυνατές συγκινήσεις που μοιράστηκαν! Περιμένουν για χρόνια να τους χτυπήσει την πόρτα η μεγάλη αγάπη, κάτι να τους νιώσει, κάτι να νιώσουν... και μόλις εκείνο έρθει κουρασμένο και ιδρωμένο απο την περιπλάνηση του, με χέρια ανοιχτά και μάτια γεμάτα υποσχέσεις εκείνοι το καληνυχτίζουν βιαστικά γιατί ξυπνούν νωρίς το πρωί.
Χαμογέλασε χαιδεύοντας το κόκκινο κασκολ της. Το σήκωσε ανάλαφρα για να κρύψει τα χείλη της, συχνά μουρμούριζε περπατώντας, αλλά ποτέ δεν την είχε απασχολήσει.
Τα μουρμουρητά είναι σκέψεις. Γιατί να ντραπεί; Για τα όνειρα; Ποτέ! Όποιος φοβάται τα όνειρα, φοβάται να ζήσει.
Κάνει κρύο στον κόσμο των αναλύσεων, σκέφτηκε. Ίσως γιατί είσαι τόσο μακρυά απο την πράξη. Αναλύεις όταν κάτι έχει περάσει.
"Ο έρωτας κρατάει λίγο... η αγάπη μένει." της είχαν πει. "Όταν φεύγει ο έρωτας έρχεται η αγάπη."
Χαμογέλασε κοροιδευτικά. Τα βίωσε πια αυτά. Είχε δει τον έρωτα να χτυπάει κλαίγοντας την πόρτα ενώ η αγάπη μαραινόταν στο βάζο. Είχε δει τον έρωτα να κλωτσάει το χαλάκι του χολ σαν ένα παιδί που δεν το παίζουν και την αγάπη να παραπονιέται που ξέμεινε μόνη. Είχε δει τον έρωτα να αγκαλιάζει ξένα σώματα για να εκδικηθεί και την αγάπη να τον τραβάει απο το αυτί να γυρίσει σπίτι. Η αγάπη ξέρει εκ των προτέρων τα χρονικά περιθώρια -αλλά ποτέ το τέλος-... και αν ο χρόνος δεν της αρκεί, τρυπώνει εγωιστικά μέσα σου, χέρι χέρι με τον έρωτα.
Την κούρασαν τα γιατροσόφια της Αγάπης. Είχε χορτάσει νόμους και συμβουλές για την ιδανική επάφη, για να κρατήσει, για να την κρατήσεις, για να κρατηθείς... Πώς να βάλεις νόμους στην ψυχή όταν φωλιάζει σε δύο μάτια; Πώς θα θυμηθείς τι πρέπει να πεις όταν τρέμουν τα χείλη; Πώς να μετρήσεις τα βήματα του βαλς όταν οι ψυχές χορεύουν σε ρυθμούς με πρωτάκουστο μέτρο και τέμπο; Ποιός έζησε ένα όνειρο ζητώντας κατευθύνσεις; Ένα μαγικό βαγόνι είναι το όνειρο... ποιός πήρε αποσκευές μαζί του, και αν πήρε, ποιός γύρισε με αυτές; ποιός ρώτησε τον προορισμό; ποιός διάλεξε συνεπιβάτη; Λαθρεπιβάτες όλοι στο όνειρο, μεθισμένοι παραμυθάδες και παραμυθιασμένοι.
Έκλεισε τα αυτιά της στις φωνές των συνειδήσεων και μόνο έτσι δεν ένιωθε ντροπή για την παρόρμηση. Μισές αλήθειες είναι οι νόμοι. Και η μισή αλήθεια είναι ψέμα.

Προστάτεψε τα σωθικά της απο τους λεηλατητές, διέσχισε το δρόμο μιας άγνωστης πόλης και κοίταξε στον ουρανό ζητώντας γιατρειά.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Το Όνομα μου...


Είναι στιγμές που μου τελειώνουν οι λέξεις... στο χω πει.
Κάτι ηλεκτρισμένες ανάσες που εσύ περιμένεις την απάντηση μου με θέα το λιμάνι.
Και εγώ δεν έχω λαλιά, δεν έχω φωνή να σου πω.
Μοιάζουν οι λέξεις τόσο μικρές στα χείλη μου.
Νιώθω πως δεν έχω κορμί να σου δείξω με χάδια αυτά που νιώθω.
Δεν έχω δικαίωμα.

Το "θέλω" μου φοράει κόκκινα. Έχει ντυθεί γιορτινά. Έχει στηθεί στη πόρτα και περιμένει... να ανοίξεις, να ανοίξω. Να μπει ή να φύγει δεν έχει σημασία.
Ένα ανεκπλήρωτο "θέλω" στέκεται κάθε πρωι στην πόρτα μου.
Να βγεί.Να τρέξει στους δρόμους μια ματωμένης πόλης.
Να σου χτυπήσει την πόρτα. Να σου φιλήσει τα μάτια.
Δεν του επιτρέπω.
Δεν έχει δικαίωμα.

Μπορεί η στιγμούλα να ήταν τόσο δυνατή αν δεν νιώσαν δύο;
Μου λένε μπορεί.
Τους λέω όχι.
Μπορεί η νύχτα να ήταν τόσο φωτεινή αν δεν νιώσαν δύο;
Μου λένε μπορεί.
Τους λέω όχι.
Γιατί πως να ζεσταθεί η ψυχή μου αν δεν είσαι... εσύ;
Γιατί πως να χαιδέψω τα αστέρια αν δεν είσαι να μου δείξεις;
Μου λένε μπορώ.
Τους λέω όχι.

Τα βρήκες παιδιάστικα όλα αυτά.
Δεν έχω άλλα.
Ένα παιδί πεισματάρικο είναι η καρδιά μου.
Κρύβεται μέσα μου και δείχνει σκληρό.
Παγιδεύεται στα ρούχα μου.
Φοραέι κραγιόν και ντύνεται γυναίκα.

Δεν ξέρω αν με πρόδωσε η σιωπή ή τα λόγια μου.
Η αλήθεια ή το ψέμα μου.

Η ανάμνηση δεν φτάνει.

Να σου πώ για την καθημέρινοτητα μου, μου ζητάς.
Για τη δουλειά.
Για τον άλλον. Για τους άλλους.
Ποτέ δεν με ρωτάς τι νιώθω.
Πώς αναπνέω ακόμα κοντά σου μυρίζοντας το άρωμα σου.
Κρατιέμαι να μην φωνάξω.
Δαγκώνω τα χείλη.
Χωρίς να αγγίζω.
Δεν έχω δικαίωμα.

Πόσους ρόλους έχω παίξει με ρώτησες ποτέ;

Σύντροφος.
Εχθρός.
Φίλη.

Μια σύντροφος στα όνειρα και στα ταξίδια.
Μια εχθρός να σε νοιάζεται.
Μια φίλη ερωτευμένη.

Πόσα χρώματα ντύθηκα σε έναν χρόνο σκέφτηκες;

Και προβάρω τις σιωπές μου για έναν ρόλο καινούργιο.
Σε νέα σκηνικά.
Μονόλογος μου... οι λόγοι μου.
Το όνομα μου: Ξένη.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Η Απορία του Καλού Μήνα...

Πώς ξεχνούν οι Ά λ λ ο ι;


Πώς γιατρεύουν τις πληγές τους;

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Νιώσε με...

Σ΄έχω βρει και σε χάνω

δανεική παρουσία

έχω τόσα να κάνω και δεν έχουν ουσία

όπου είσαι πηγαίνω δίχως λόγο να πάω

με τους φίλους σου βγαίνω επαφή να κρατάω

Κάποιες μέρες ακούω στη σιωπή τη φωνή σου

πάνε μέρες που λείπεις κι είμαι ακόμα μαζί σου

σε ρωτάω τι έχεις και σου λέω καλημέρα

σ΄α γ α π ά ω

μην τρέχεις

είσ΄ακόμα εδώ πέρα

Προσπαθώ να ξεχάσω

όμως κάτι συμβαίνει

ό,τι όμορφο πιάσω ,να το δεις περιμένει

Σ΄ έχω βρει και σε χάνω

Σ΄έχω βρει και σε χάνω

σταθερή μου αξία

η ζωή μου σε τ ά ξ η κι η καρδιά σ΄α τ α ξ ί α

Έχεις γίνει συνήθεια και το μόνιμο θέμα

σου δανείζω αλήθεια, να πληρώνεις το ψέμα

Κάποιες νύχτες στους δρόμους σε τρακάρω τυχαία

είν΄αμάξια οι μόνοι και οι σχέσεις τροχαία

στα παλιά μας τα στέκια όπως πάντα συχνάζω

είχα πει πως θ΄αλλάξω κι όσο αλλάζω σου μοιάζω

Σ΄έχω βρει...

Και σε χάνω...

Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος

Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης

Πρώτη εκτέλεση: Νατάσα Μποφίλιου

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

Προορισμός: Νέα Ιθάκη...

Θα πάρω χρωματιστά πινέλα και θα βάψω το ταβάνι.
Με κούρασε η βροχή που πέφτει απο την οροφή κάθε βράδυ.
Απο το δωμάτιο μου η υγρασία θα απέχει.

Θα κάνω το πάτωμα αυλή, να έρχονται παιδιά και να χασκογελούν καθώς θα κυνηγά το ένα το άλλο. Στους τοίχους μου θα κλείνουν τα μάτια και θα μετρούν μέχρι το 100.
Θα κρύβονται πίσω απο τα βάζα μου, αυτά που μέχρι τώρα δεν είχα λουλούδια.
Θα κάνω το κρεβάτι μου καράβι. Θα ταξιδεύω μαζί με τα όνειρα μου και η θάλασσα θα είναι πάντα γαλάζια και καθάρια. Θα χαζεύουμε τα κοχύλια και τους βυθούς. Θα χαιρετάμε τις γοργόνες. Θα χαμογελάμε στις περαστικές βαρκούλες. Θα ρίχνουμε τα δίχτυα και θα ψαρεύουμε αστέρια. Θα ταξιδεύουμε στο παρόν μας. Γιατί αυτό πάψαμε να ζούμε.
Θα πετάξουμε τα βαριά μας κιάλια. Κουραστήκαμε πια να κοιτάμε τα περασμένα και να καρδιοχτυπούμε για τα μελλούμενα.

Παρόν. Εδώ και τώρα. Έχεις τη δροσιά, έχεις το όραμα, έχεις τα νιάτα.
Βούτα, ζήσε, αναζήτησε, πάλεψε.
Τόσα τρεχούμενα νερά και έμενα με τη δίψα.
"Θα πιω αύριο νερό, θα ψάξω απο αύριο τη λύση, απόψε θέλω να σβήσω σαν πυγολαμπίδα στο καταφύγιο μου, να σκεπαστώ με το παραμύθι μου, να κουκουλωθώ με το τρύπιο μου σεντόνι και να ονειρευτώ ότι είναι λευκό, καθαρό και μυρωδάτο." Αυτό ψιθύριζε η μοναξιά μου κάθε βράδυ. Και κάθε πρωί περίμενα το θαύμα να έρθει χωρίς να κουνήσω το ραβδάκι μου, χωρίς να πω το μαγικό μου ποιηματάκι. "Τολμώ να ζήσω αυτό που μου αξίζει"

Εσύ με έμαθες να τολμάω... Θυμάσαι;
Ή μάλλον, ο παλιός σου εαυτός. Αυτός που με έπαιρνε απο το χέρι και μου έδειχνε το ουράνιο τόξο. Χρώματα και μυρωδιές απο μπαξέδες και μπαχάρια.

Αυτόν αγάπησα και αυτόν θα αγαπώ...
Τον πιστό επιβάτη την ουτοπίας, τον αθεράπευτα ονειροπόλο, τον παθιασμένο για ζωή, τον άπιαστο.

Πού βρήκες το κουράγιο να σμίξεις τα χείλη χωρίς να μου δώσεις ούτε μια ανάσα;
Βρεθήκαμε μαζί στην γέφυρα που ενώνει τους κόσμους μας. Μπροστά σου ήμουν εγώ και καθρέφτης μου εσύ. Τολμώ να πω πως δεν κοίταξα στιγμή το φεγγάρι- δεν θυμάμαι καν αν ήταν παρόν στην τελευταία μας πράξη- εγώ... που πάντα κοιτάω ψηλά και του μιλάω. Τολμώ να πω πως δεν κοίταξα τα καράβια και την θάλασσα εκείνης της νύχτας. Ήθελα να σε κοιτάζω για όσο κρατούσε ο τελευταίος σου μονόλογος.



Κομπάρσοι: τα δύο πρώτα τσιγάρα του πακέτου σου.
Θεατές: τα φώτα των αυτοκινήτων και οι ήχοι της νυχτιάς.
Μουσικό χαλί: οι χτύποι της καρδιάς μου.
Σκηνικά: ένας Νοέμβρης.
Κουστούμια: τα χέρια μου που σε τύλιξαν.
Σκηνοθέτης: ούτε εγώ, ούτε εσύ. Οι επιλογές. Το θράσος και η δειλία.
Ηθικοί αυτουργοί: Οι ψίθυροι και οι σκέψεις που ποτέ δεν έγιναν κραυγές για να έρθουν να μας σώσουν.
Η Κάθαρσις : Η αλήθεια που μαράθηκε στο βάζο, απροστάτευτη
- Σου είπα να της αλλάζεις ταχτικά νερό, να της μιλάς-
Το κάρμα μου :πιστής Πηνελόπης.
Μια Πηνελόπη με τα όλα της. Που ζήτησε μόνο την θύμηση και έναν γυρισμό. Με μνηστήρες και ελπίδες στείρες.
Ο "Οδυσσέας" μου παγιδεύτηκε στα παιχνίδια της Κίρκης. Ξέχασε και την Ιθάκη και δεν έμαθε ποτέ "
οι Ιθάκες τι σημαίνουν".

Τίποτα δεν πάει χαμένο. Σχεδιάζω το χάρτη της ψυχής μου και θα κινήσω για καινούργιο ταξίδι. Προορισμός μια Ιθάκη μαγική. Σαν αυτή που ονειρευόμασταν καθισμένοι " στο παγκάκι", ίσως και καλύτερη. Σίγουρα καλύτερη.

Με ακούς;
Δεν σε ακούω πιά... Ήρθαν τα παιδιά να παίξουν στον κήπο μου, κρατούν πινέλα και χρωματίζουν το φεγγάρι. Τραγουδούν τους ύμνους της χαράς του απόψε και του αύριο.

"Oδυσσέα" μου να με θυμάσαι,
έτσι αγνή, λευκή και κόκκινη...

τόσο παιδί όσο ήμουν μια βδομάδα πριν.